Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2007

Αλάτσι και πιπέρι


Βγήκα στα γενεθλιά μου. Πήγα σε ένα πολύ γνωστό εστιατόριο. Από αυτά που δεν συνηθίζουμε γιατί δεν είναι "για μας..."
Πέρασα πολύ ωραία, ο χώρος υπέροχος, η εξυπηρέτηση υποδειγματική και το φαγητό πραγματικά τόσο καλό που προσέγγιζε το γνήσιο κρητικό (αν και στις πατάτες με στάκα πραγματικά έλειψε το αλάτσι!). Και βέβαια οι τιμές λογικά ανεβασμένες. Το μαγαζί το είχα γνωρίσει για επαγγελματικούς λόγους και δεν μετάνιωσα καθόλου για την επιλογή μου.
Φυσικά και δεν θα συνεχίσω την κριτική και την γευσιγνωσία. Δεν είναι άλλωστε ο στόχος αυτής της επικοινωνίας. Μπαίνοντας στο χώρο με κυρίευσε αμηχανία. Ο κόσμος που ήταν εκεί το θεωρούσε τόσο αυτονόητο που με έκανε να αισθάνομαι ότι δεν ανήκω σε αυτή την ελίτ. Γρήγορα όμως αντιλήφθηκα πόσο λάθος κάνω. Σίγουρα οι περισσότεροι είχαν αρκετά μεγαλύτερη οικονομική άνεση από μένα. Αυτό που για εκείνους ήταν η καθημερινότητα (το να φάνε σε τέτοιο χώρο) για μένα ήταν η εξαίρεση. Όμως μέχρι εκεί. Παρατηρώντας τους αλλά και βοηθούμενος από την ευγενική συμπεριφορά της υπεύθυνης του μαγαζιού (μια γλυκύτατη και σοφά επιλεγμένη για τέτοιο ρόλο δεσποινίδα) άρχισα να αποβάλω τα αρχόμενα συμπλέγματα κατωτερότητας.
Καθόμασταν στα ίδια τραπέζια. Παραγγέλναμε τα ίδια φαγητά. Είχαμε τα ίδια πάνω κάτω θέματα κοινού σχολιασμού. Τα ίδια περίπου κινητά. Τα ίδια τσιγάρα, τα ίδια ρούχα. Άρχισα να νιώθω πιο άνετα.
Όσο περνούσε η ώρα μάλιστα τα αισθήματα μειονεξίας άρχισαν να δίνουν τη θέση τους σε μια ανωτερότητα. Έβλεπα κάποιους (φυσικά όχι όλους) να μην έχουν τρόπους. Το επίπεδο κάποιων συζητήσεων ήταν αισθητά χαμηλό και πάντως "¨χτυπούσε" άσχημα μέσα στο γενικό κλίμα. Κάποιος είχα βγάλει τα παπούτσια του και πατούσε ξυπόλητος. Άλλος φώναζε και χειρονομούσε έντονα στο συνομιλητή του. Σε ένα τραπέζι πίσω μηχανορραφούσαν για να φάνε τα λεφτά ενός φουκαρά γαμπρού. Ιστορίες βγαλμένες από τα τηλεπαράθυρα και παράταιρες σε σύγκριση με άλλους πελάτες πολύ αξιοπρεπείς και υψηλού επιπέδου και αισθητικής. Ένιωθα να έχω σαν άνθρωπος μια ποιότητα που δεν υπολείπονταν σε τίποτα από τους περισσότερους εκεί. Άρχισαν να δημιουργούνται ρήγματα στην ατσαλάκωτη εικόνα κάποιων από τους περιώνυμους που μας παρουσιάζονται ως πρότυπα.
Ευχαριστημένος από την αυτοεπιβεβαίωση συνέχισα το γεύμα μου και γεμάτος από την ωραία βραδιά βγήκα από το μαγαζί.
Πηγαίνοντας προς το αυτοκίνητο μεταφέρθηκα βίαια στην άλλη όψη της πραγματικότητας. Μια γυναίκα έψαχνε στα σκουπίδια. Η εικόνα της συνδύαζε μια αξιοπρέπεια στην όψη και μια περήφανη στάση, που οι κακουχίες και τα κουρέλια της δεν μπόρεσαν να κρύψουν, και την ταπεινωτική ανάγκη που την οδηγούσε να γυρεύει την επιβίωση μέσα σε όσα εμείς θεωρούμε βρώμικα και άχρηστα.
Μπερδεύτηκα τελείως. "Τί έμαθα σήμερα;" αναρωτιόμουν. Έκλεισε η ψαλίδα; Ή ήρθαν πιο κοντά μας, κυριολεκτικά μπροστά στα μάτια μας τα δύο άκρα;
Μέσω του προβαλλόμενου τρόπου ζωής οδηγούμαστε οι άνθρωποι της μικρομεσαίας τάξης να έχουμε επιθυμίες και ανάγκες που ταιριάζουν σε άλλα κοινωνικά στρώματα; Πώς μπορώ εγώ να έχω το ίδιο κινητό ή ρολόι με έναν επιτυχημένο επιχειρηματία ή έναν υπουργό; Πώς μπορώ να αισθάνομαι απογοήτευση όταν πηγαίνω για να φάω σε ένα ταβερνάκι στη γειτονιά μου και όχι στο Αλάτσι, ή στο Βαρούλκο; Πότε μου γεννήθηκαν αυτές οι ανάγκες και πόσο ξεχειλώνω τις δυνατότητες μου για να τις φτάσω; Και αν με δάνεια, με εξάντληση των γονιών μου που με στηρίζουν ή παραμελώντας τις πραγματικές μου ανάγκες μπορώ σήμερα έστω και έτσι να ζήσω μια τέτοια ζωή ποιοι είναι οι στόχοι μου για το μέλλον;
Πού θέλω να φτάσω; Τί περισσότερο χειροπιαστό μου δίνουν για να ονειρευτώ;
Φυσικά και χαίρομαι για αυτήν την πρόοδο (ή "πρόοδο"). Φυσικά και χαίρομαι που δεν μου φαίνονται πια τόσο μακρινοί και "υψηλοί" οι επώνυμοι. Και νιώθω όμορφα που έχω απομυθοποιήσει, ακόμα και μέσω της υπερπροβολής του από το ΜΜΕ, αυτόν τον τρόπο ζωής.
Αναρωτιέμαι όμως; Πόσο αληθινά είναι αυτά; Πόσο στέρεες βάσεις έχει αυτή η προσέγγιση; Πόσοι χάνουν και τα λίγα που είχαν στο κυνήγι αυτής της "καλής ζωής";

Και τελικά. Πόσο απέχουμε πραγματικά ανά πάσα στιγμή της ζωής μας από το Αλάτσι ή τα σκουπίδια; Πόσο αναπάντεχα μπορούν όλα αυτά να ανατραπούν; Και αν έχουμε φροντίσει οι ίδιοι (γιατί κανένας άλλος δεν πρόκειται) να βάλουμε ένα δίχτυ για να μας συγκρατήσει αν ο δρόμος μας γίνει απότομα κατηφορικός και ένα κουβάρι νήμα για να ξετυλίγεται και να μας θυμίζει την αρχή μας καθώς καλπάζουμε στην ανηφόρα...