Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περί ασημαντοτήτων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περί ασημαντοτήτων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Μαΐου 2009

Μια ακόμα μάχη

10 σχόλια

Θα μου επιτρέψετε να σας παρουσιάσω για άλλη μια φορά κάτι δικό μου.
Ένα μικρό διήγημα που έγραψα (με βιωματική αφετηρία, ως συνήθως) για να συμμετάσχω σε ένα λογοτεχνικό διαγωνισμό με θέμα τον πόλεμο του 40 και την εθνική αντίσταση. Βέβαια δεν κατόρθωσε να αποσπάσει κάποια διάκριση στο διαγωνισμό αλλά ελπίζω να το διαβάσετε και να μου πείτε εσείς τις εντυπώσεις σας!
Θα ήθελα προκαταβολικά να σας ευχαριστήσω για την ευγένια σας και την αποδοχή κάθε απόπειρας έκφρασης που σας παρουσιάζω. Και θα ήθελα να σας ζητήσω τα ειλικρινή σας σχόλια.
Πείτε και τα αρνητικά! Βελτιώνομαι!


Μια ακόμα μάχη

Τετάρτη απόγευμα. Λεωφόρος Βασιλίσσης Σοφίας. Τέταρτος όροφος. «Ορθοπεδικόν Ιατρείον Δόκτορος Ι. Δεσύπρη». Ευτυχώς που έχει ασανσέρ γιατί η γιαγιά Αγγελική δε θα μπορούσε να ανέβει τις σκάλες. Σήμερα μιας και από όλη την οικογένεια δεν μπορούσε κανείς άλλος να έρθει έπεσε σε μένα ο κλήρος να πάω τη γιαγιά στο γιατρό για να τη δει για τα πόδια της.

85 χρονών η γιαγιά και το σώμα της είναι σωστό χρονολόγιο κάθε αλλόκοτης δεκαετίας της ζωής της. Το δε πνεύμα όμως εφηβικό! Τα ίδια και ο παππούς. Που φυσικά και ήρθε μαζί. Δεν την αφήνει ούτε λεπτό ο παππούς τη γιαγιά. Όχι πια. Είναι τώρα η σειρά του για υπομονή και καρτερία δίπλα της. Γιατί αν και κλείνουν κοντά 70 χρόνια μαζί δεν ήταν λίγες οι φορές που (με τη δική της πάντα αναμφίβολη συγκατάθεση) την άφηνε μόνη της για να «ξενοκοιμηθεί» στην τυραννική αγκαλιά της πάλης για την ελευθερία. Πόλεμος του 40, κατοχή, αντίσταση, κυνηγητά και απολύσεις, εξορίες, θανατικές καταδίκες αλλά η γιαγιά ήτανε πάντα για τον παππού βράχος και λιμάνι κι αγκαλιά. Αλλά και πηγή αστείρευτης αποφασιστικότητας και δύναμης, που όταν κάποιες φορές έφτασε ο παππούς να αμφιβάλλει για το νόημα ή το σκόπιμο του αγώνα, έδιωχνε τον παραμικρό δισταγμό και τον έσπρωχνε με καινούρια ορμή στην πρώτη γραμμή της μάχης. Ο παππούς έφευγε και εκείνη στέκονταν αγέρωχη στην πόρτα με δυό κορίτσια να κρέμονται από τη φούστα της, ένα δάκρυ να κρύβεται στη βρύση των ματιών αλλά και ένα περήφανο χαμόγελο να ξεπροβάλλει στα χείλη.

Να ΄μαστε όμως τώρα στο ιατρείο του δόκτορος Δεσύπρη, περιμένοντας τη σειρά μας. Πριν από εμάς προηγούνται δυό ραντεβού, δυό κυρίες –“αναστηλωμένες” και στολισμένες για αυτήν την “ειδική περίσταση” (τέτοιες είναι από μια ηλικία και πάνω οι ξεχωριστές έξοδοι των ανθρώπων) που συζητάνε μεταξύ τους παινεύοντας το γιατρό για τις επιτυχίες του. Φαίνεται να του έχουν πάρει ήδη πλήρες ιστορικό γνωρίζοντας κάθε περίπτωση που οι υπόλοιποι γιατροί είχαν σηκώσει τα χέρια ψηλά, αλλά ο Δεσύπρης αναλάμβανε και έκανε καλά με θαυμαστή ευκολία.

«Είναι ακριβός βέβαια αλλά χαλάλι του, θαύματα σου λέει κάνει θαύματα», είπε με ανασηκωμένο το φρύδι η μία.

«Εμένα μου το ξεκόψανε όπου κι αν πήγα, μόνο ο Δεσύπρης θα σε σώσει», πρόσθεσε εμφατικά η άλλη.

Ο παππούς, που παρακολουθούσε με ακατανόητη αποστροφή την κουβέντα τους, με έπιασε από το μπράτσο και με τράβηξε παράμερα, έτοιμος να εξομολογηθεί τι είναι εκείνο που τον έκανε να σκοτεινιάσει έτσι.

«Δες τες μωρέ Τάκη. Δες πως κάνουν ετούτες εδώ. Λένε Δεσύπρης και γεμίζει το στόμα τους. Έλα όμως που για μας κάποτε, και για όλο το νησί δηλαδή και μόνο η αναφορά στο όνομα Δεσύπρης αρκούσε για να προκαλέσει τον τρόμο και την απέχθεια. Ο Δεσύπρης, που στα χρόνια θα μπορούσε να είναι παππούς ετούτου εδώ, ήταν αρχιδοσίλογος των Γερμανών και ρουφιάνος και πολλοί αγωνιστές είχαν υποφέρει τα πάνδεινα εξαιτίας του. Το μίσος του για την πατρίδα και τους συγχωριανούς τους και το πάθος του για εξουσία και πλούτη τον έστρεψαν απέναντι ακόμα και στην ίδια του την αδερφή, που παρέδωσε μόνος του στα χέρια των κατακτητών γιατί βοηθούσε την οργάνωσή μας. Ευτυχώς κάποιος αγωνιστής που κατάφερε και γλίτωσε από τα χέρια του φρόντισε να μην υπάρχει περίπτωση να συνεχίσει ο Δεσύπρης ή οι απόγονοί του να βασανίζουν και τις επόμενες γενιές. Και ξέρω δα πως ο γιατρός δε θα χει καμιά σχέση μαζί του, αλλά βλέπεις καμάρι μου, όλα αυτά μας έχουν σημαδέψει. Και μόνο η ανάμνησή τους με κάνει κι οργίζομαι σα το δεκαοχτάχρονο παιδί που παράτησε το σπίτι του και βγήκε στο λόγγο για να ανταμώσει τους αντάρτες…»

«Το ξέρω παππού, το ξέρω και δε σ’αδικώ. Αλλά φοβάμαι ότι το παρακάνεις λίγο. Ακόμα κι αν ο γιατρός ήταν εγγονός εκείνου του Δεσύπρη νομίζω πάλι άδικο θα ‘ χες. Το ξέρεις, το λες κι ο ίδιος δηλαδή, ότι οι αμαρτίες των γονιών δεν πρέπει να βαραίνουν τα παιδιά κι ότι ο τόπος μας είναι μικρός και δεν περισσεύει κανείς» είπα προσπαθώντας να αποφορτίσω την κατάσταση καταφεύγοντας σ’ αυτήν την ανούσια, για κείνον, γενικότητα.

Με το πέρασμα της ώρας οι κυρίες μπήκαν στο γραφείο του γιατρού και κόντευε η σειρά μας. Ο παππούς βάδιζε ανήσυχος πέρα δώθε, οργώνοντας το ακριβό χαλάκι της αίθουσας αναμονής. Αν και κανονικά δεν επιτρέπονταν το κάπνισμα, μιας και ήμασταν οι μόνοι που περιμέναμε πια ο παππούς (με την αλύγιστη άρνησή του να ακολουθήσει τους κανόνες και να μπει σε κοινωνικά καλούπια) άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Αυτή η εικόνα του ήταν πραγματική έκπληξη για μένα. Πάντα τον είχα στο μυαλό μου ως πρότυπο ηρεμίας και διαύγειας και εμπιστευόμουν την ψύχραιμη ματιά του στα διάφορα καθημερινά προβλήματα που έβρισκα στο δρόμο μου. Τώρα όμως ήταν πραγματικά εκτός εαυτού.

-“Γιατί τόση αγωνία βρε παππού”, ρώτησα ξέροντας ήδη την απάντηση αφού το βλέμμα του σημάδευε μια την πόρτα του γιατρού, μια τη γιαγιά και μια το ρολόι.

-“Ποτέ δε σ’ έχω ξαναδεί έτσι. Δε θα πάμε δα και στον πόλεμο, στο γιατρό θα μπούμε”, συμπλήρωσα αφελώς.

Αν και αυτή η τελευταία φράση μου τελικά δεν αποδείχθηκε και τόσο άστοχη. - -“Στον πόλεμο, ε;” μου είπε χαμογελώντας πικρά ο παππούς.

-“Δεν έχεις κι άδικο. Αυτή η ανησυχία που έχω είναι ίδια κι απαράλλαχτη με εκείνη που με έβρισκε κάθε φορά πριν τη μάχη. Και δεν είναι φόβος. Είναι αδημονία και επιθυμία να πάνε όλα καλά. Είναι η ένταση μέχρι να φτάσει η ώρα να αρχίσει η συμπλοκή… Άντε κι αυτές οι χριστιανές, μια ώρα τις έχει κρατήσει ο γιατρός μέσα!”.

Έριξε μια τελευταία ματιά στην πόρτα που παρέμενε κλειστή και ήρθε κι έκατσε κοντά μου στον καναπέ. Άναψε άλλο ένα τσιγάρο, πήρε μια γερή ρουφηξιά, έβαλε το χέρι του πάνω στο δικό μου και με κοίταξε στα μάτια σαν να ζητούσε ένα νεύμα συγκατάθεσης για να αρχίσει τη διήγηση. Χαμογέλασα κι έκατσα λίγο πιο αναπαυτικά για να ακούσω. Δεν αρνούμαι ποτέ να ακούσω τις διηγήσεις του παππού από τα χρόνια του πολέμου και της αντίστασης. Όσες φορές και αν τις έχω ξανακούσει…

« Ήτανε καλοκαιράκι σαν τώρα. Μέσα Ιουλίου του ‘44. Το Τάγμα μας ήταν έξω από την Αμφιλοχία. Ανήκαμε στο 239 Σύνταγμα κι η αποστολή μας ήτανε αποστολή αντιπερισπασμού. Οι διαταγές μας ήταν να χτυπήσουμε την πόλη της Αμφιλοχίας για να εκτονώσουμε την πίεση στο 85ο και το 151ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ που τα είχε περικυκλώσει το 22ο Σώμα του γερμανικού στρατού. Η φρουρά της πόλης αποτελούνταν από μια δύναμη 400 Γερμανών που αν και η πλάστιγγα του πολέμου είχε πλέον εγκαταλείψει οριστικά το μέρος τους θα κρατούσαν τις θέσεις τους με αμείωτη πειθαρχία και αποφασιστικότητα. Και αυτό δεν θα αργούσαμε να το διαπιστώσουμε. Η μάχη ήταν πραγματικά σκληρή και κράτησε ολόκληρη τη μέρα και τη νύχτα. Οι Γερμανοί αμύνθηκαν λυσσαλέα πίσω από κάθε οχύρωση, κάθε μάντρα, κάθε παράθυρο. Η δική μας όμως αυταπάρνηση, το ανεξήγητο- για τα μέτρα που βάζει η λογική στο μυαλό των ανθρώπων- θάρρος και η σιγουριά ότι είχαμε το δίκιο με το μέρος μας, μας οδηγούσε μπροστά...»

Ξαφνικά ο παππούς σταμάτησε. Η παύση αυτή στην αφήγηση έφερε ένα δάκρυ στα μάτια του, μαλάκωσε τον τόνο της φωνής του και τελείωσε με ένα ξεφύσημα και ένα ρίξιμο των ώμων σαν κάτι να άδειασε μέσα του. Σαν να έγινε ξαφνικά μια μετάβαση από τον βροντερό ομιλητή κάποιας εκδήλωσης αφιερωμένης στον πόλεμο του ’40, στον πιο καθημερινό και απλό άνθρωπο που συναντάς στην ουρά του φούρνου της γειτονιάς. Απολογητικά, σχεδόν ψιθυριστά συνέχισε.

«Ξέρεις καμάρι μου, σήμερα όλοι μας περιγράφουν σαν ήρωες. Σαν ημίθεους. Όμως δεν ήμασταν παρά απλοί άνθρωποι. Οι στιγμές ήταν ηρωικές όχι εμείς. Οι καταστάσεις που μας οδηγούσαν να ξεπερνάμε τα συνηθισμένα. Η μάχη δεν έχει τίποτα το επικό. Μόνο λάσπη κι απόκοσμο θόρυβο, κραυγές και αίμα και καταστροφή. Κανένας μας δεν ένιωθε ήρωας τότε επειδή έστελνε τις σφαίρες του να κόψουν το νήμα της ζωής του απέναντι στρατιώτη. Μόνο η αυταπάρνηση, η αυτοθυσία και η πίστη για τη νίκη με κάθε κόστος ήταν αυτά που μας κάναν ξεχωριστούς. Μόνο για αυτά είμαι περήφανος». Δεν άντεξα να μείνω απόμακρος σε αυτήν την εξομολόγηση και αγκάλιασα με το χέρι μου την πλάτη του. Περίεργη στιγμή, ένας αξιωματικός του ΕΛΑΣ με τόσες εμπειρίες να του έχουν σκληρύνει την καρδιά, να νιώθει την ανάγκη απέναντι σε ένα παιδί να γκρεμίσει το ¨ηρωικό¨ περίβλημα που του έχει δώσει δίκαια η ιστορία και να του αποκαλύψει την γυμνή ¨αλήθεια¨ του. Καμάρωσα κι εγώ για κείνον και θα θελα να του δείξω ότι συμφωνώ με αυτά που λέει. Κι όμως, ήξερα ότι νιώθει πως δεν μπορώ να τον νιώσω. Έτσι έκλεισε απότομα αυτήν την παρένθεση, ανασυντάχτηκε και με την πρώτη του ορμή συνέχισε την αφήγηση βγάζοντάς μας και τους δύο από αυτήν την άβολη κατάσταση.

«Οδηγούσα μια ομάδα ανταρτών μέσα από τα αναχώματα προσπαθώντας να πλησιάσουμε τους Γερμανούς όταν ξαφνικά μια σφαίρα πέρασε σφυρίζοντας μπροστά μου και βρήκε έναν από τους αντάρτες μου (έναν Κεφαλλονίτη) στο μάγουλο. Η σφαίρα όμως δεν είχε ακόμα τελειώσει το ταξίδι της και βρήκε πέρασμα μέσα από το στόμα του βγαίνοντας από την άλλη πλευρά. Το παιδί έπεσε στα γόνατα, στάθηκε στιγμιαία ακίνητο όπως το κομμένο δέντρο δευτερόλεπτα μετά το τελευταίο χτύπημα του ξυλοκόπου, και μετά έπεσε μπρούμυτα στο χώμα. Το αίμα που έτρεξε ζεστό έβαψε την διψασμένη γη. Όρμηξα επάνω του προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω τι ακριβώς είχε γίνει αλλά εκείνος με υπερπροσπάθεια μου έδειξε πίσω από μια μισογκρεμισμένη μάντρα. Έστειλα αμέσως, με νοήματα βέβαια γιατί είναι αδύνατο να μιλήσεις μέσα στο χαμό της μάχης, δυό αντάρτες να ελέγξουν και γύρισαν κρατώντας από τους ώμους έναν τραυματισμένο Γερμανό. Ήτανε το δίχως άλλο εκείνος που είχε τραυματίσει τον αντάρτη αλλά φαίνεται πως ο Κεφαλλονίτης πρόλαβε να του ρίξει και κείνου πριν χτυπηθεί. Τέτοια ήτανε η οργή μου και η στεναχώρια μου που χωρίς να το σκεφτώ δεύτερη φορά, έδωσα εντολή να τραβήξουν τον Γερμανό παράμερα και να τον σκοτώσουν και γύρισα να δω και πάλι τον Κεφαλλονίτη. Το τραύμα ήταν τόσο μεγάλο που πίστεψα ότι θα πέθαινε. Έσκυψα πάνω από το κεφάλι του για να δω καλύτερα και να του δώσω κουράγιο αλλά είδα ότι με τις τελευταίες του δυνάμεις κάτι προσπαθούσε να μου πει. Αυτό που ήθελε με έκανε να βουρκώσω σαν μικρό παιδί. Όσο κι αν σου μοιάζει απίστευτο, με το πρόσωπο διαλυμένο και πλημμυρισμένος αίματα μου ζήτησε να μην εκτελέσουμε τον αιχμάλωτο Γερμανό, να τον κρατήσουμε αιχμάλωτο αλλά να τον αφήσουμε να ζήσει! Τί έφταιγε τάχα κι αυτός, άλλοι τον στείλανε εδώ να πολεμήσει...! Αυτοί ήταν οι ήρωες καμάρι μου! Πέθαιναν και ζητούσαν επιείκεια για τον δολοφόνο τους....»

Το βλέμμα του παππού έκανε για άλλη μια φορά τη γνωστή διαδρομή στη γιαγιά, την πόρτα του ιατρείου και το ρολόι, μόνο που τώρα δεν ήταν ανυπόμονο και ενοχλημένο απ΄την αναμονή αλλά έμοιαζε να προσπαθεί να σιγουρευτεί ότι του μένει ακόμα λίγη ώρα για να συνεχίσει την εξιστόρηση. Και αφού πείστηκε πως την έχει ξανάπιασε το νήμα των γεγονότων χωρίς να ακολουθήσει τη χρονική σειρά. Όχι φυσικά πως είχε κάποια σημασία. Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν τις ιστορίες του, τις λέει για να τις ακούσει κάποιος ή είναι μια προσωπική, ιδιότυπη μορφή ψυχοθεραπείας, σαν να ξορκίζει όλα αυτά που πέρασε και να δικαιώνει τους αγώνες του με το να μην τους ξεχνάει. Καμιά φορά μου έρχονται στο μυαλό οι ιστορίες των αμερικάνων βετεράνων του Βιετνάμ και το ψυχολογικό αντίκτυπο που είχε πάνω τους όλη αυτή η θηριωδία. Και πικραίνομαι αναλογιζόμενος ότι για εκείνους το κράτος τους και ολόκληρη η βιομηχανία του θεάματος και της λογοτεχνίας υπερβάλλουν εαυτούς για να επουλώσουν τις πληγές τους. Ενώ για τους ανθρώπους της γενιάς του παππού μου κανείς δε νοιάστηκε να σκύψει πάνω τους να τους απαλύνει τον πόνο. Αντίθετα φρόντισαν με πολιτικούς διωγμούς, εξορίες, περιθωριοποίηση και ρατσισμό να βαθύνουν το προσωπικό, κοινωνικό αλλά -τώρα πια δεν θα ντραπούμε να παραδεχτούμε- και ψυχολογικό τραύμα που δημιούργησε ο πόλεμος και η αντίσταση. Αλλά με τις σκέψεις μου ξεχάστηκα και έχασα το νήμα αυτής της ιστορίας που ήδη έλεγε ο παππούς.

«...μπαίνοντας στην είσοδο της πόλης οι Γερμανοί είχανε στήσει στην ταράτσα ενός διόροφου σπιτιού ένα πολυβολείο. Από εκεί σταματούσαν τις πιο πολλές από τις εφόδους μας προκαλώντας μας αιματηρές απώλειες και τσακίζοντας το φρόνημα των ανταρτών. Όσο και αν ο σαλπιγκτής σήμαινε έφοδο τα παιδιά δεν ξεκολλούσαν από το έδαφος. Σωστά γραμματόσημα! Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης άλλοτε σε ρίχνει πάνω στη φωτιά και άλλοτε δε σε αφήνει να το κουνήσεις ρούπι από το οχύρωμά σου. Κι αν η καρδιά το λέει δεν σου δουλεύουν τα πόδια. Δεν υπήρχε άλλη λύση παρά να χτυπήσουμε το σπίτι. Οι οδηγίες που είχαμε ήταν να προσπαθούμε να μην καταστρέφουμε τα κτήρια και τις εκκλησιές. Γιατί οι Γερμανοί κι οι Ιταλοί σύντομα θα φεύγανε αλλά εμείς θα μέναμε εδώ. Θα έπρεπε να ξεχάσουμε όλα όσα χάσαμε και να ξαναχτίσουμε τη ζωή μας απ’ την αρχή. Τουλάχιστον έτσι νομίζαμε τότε. Δε φανταζόμασταν ότι ο πόλεμος δε θα τελείωνε τόσο απλά...Τώρα όμως δεν υπήρχε άλλη λύση. Γύρισα στον αγγελιοφόρο που είχα πάντα στο πλάι μου, έναν αντάρτη που ήταν από την Αμφιλοχία και ήξερε κάθε σπιθαμή της περιοχής, και τον έστειλα να ζητήσει από την ομάδα με τα ολμάκια να στοχεύσουν στο πολυβολείο. Με την κάλυψη από εκείνους και με μια θαρραλέα έφοδο των ανταρτών καταφέραμε να καταστρέψουμε το πολυβολείο, να περάσουμε από εκείνο το σημείο και να συνεχίσουμε για το κέντρο της πόλης. Την άλλη μέρα, μετά το τέλος της μάχης, γυρίζοντας με το αλογάκι μου στην πόλη πέρασα μπροστά από το σπίτι εκείνο που ήταν οι Γερμανοί. Ήταν ένα καινούριο σπίτι που πλέον έστεκε μισογκρεμισμένο όπως και τα όνειρα των ανθρώπων που το είχαν χτίσει. Ζήτησα από τον αγγελιοφόρο μου να βρει τον ιδιοκτήτη του σπιτιού για να του ζητήσουμε συγγνώμη, να δούμε αν μπορούμε να του προσφέρουμε έστω κάποια βοήθεια, αν είχε κάπου να μείνει. Μου απάντησε κοφτά: «Άστο, μην το ψάχνεις τώρα συναγωνιστή». Μου φάνηκε παράξενη αυτή του η αντίδραση και επέμεινα με πιο αυστηρή φωνή να συναντήσω τον ιδιοκτήτη. Και πάλι χωρίς να με κοιτάξει μου απάντησε ότι δεν ήξερε ποιος μένει εκεί. Στην τρίτη μου διαταγή απάντησε με βουρκωμένο βλέμμα: «Δικό μου ήταν καπετάνιε. Το είχα χτίσει για να πάω μετά τον γάμο μου. Με χίλια βάσανα. Αλλά μην το σκέφτεσαι. Τα ντουβάρια θα ξαναγίνουν. Αρκεί να φύγει ετούτη η λαίλαπα. Μην το σκέφτεσαι καθόλου. Χαλάλι, για τον αγώνα. Χαλάλι....». Πάγωσα. Έχασα τα λόγια μου. Τι να έλεγα τώρα σε αυτόν τον άνθρωπο...» είπε με την ίδια αμηχανία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του ακόμα και τώρα, 64 χρόνια μετά. «Κατάλαβες καμάρι μου ποιοί ήταν τότε οι ήρωες; Κατάλαβες γιατί καμιά πολεμική μηχανή του Χίτλερ δεν μπόρεσε να δαμάσει αυτούς τους πολεμιστές; Πως να προετοιμάσεις κάποιον στρατιώτη να αντιμετωπίσει αυτόν τον άνθρωπο που δεν διστάζει να γκρεμίσει τους κόπους, τον ιδρώτα και το αίμα μιας ζωής για το καλό του αγώνα για πατρίδα και λευτεριά;»

Την αφήγηση διέκοψε απότομα ο ήχος της συρόμενης πόρτας του γραφείου του γιατρού, ακριβώς με την ίδια αγένεια που σε επαναφέρει στο σήμερα το χτύπημα του τηλεφώνου ενώ ταξιδεύεις στις γραμμές ενός μυθιστορήματος. Είχε έρθει πλέον η σειρά μας. Ο παππούς πήγε προς τη γιαγιά και μου έγνεψε να την βοηθήσω να πάμε μέσα.

Βγήκαμε από το γιατρό με ευχάριστα νέα. Η κατάσταση της γιαγιάς δεν ήταν τόσο άσχημη όσο είχαμε φοβηθεί. Θα έκανε μια σειρά από ειδικές ενέσεις που θα τις έφερνε ο γιατρός από το εξωτερικό και λογικά θα πήγαινε πολύ καλύτερα. Όμως το ύφος του παππού παρέμενε νεφελώδες. Σαν να είχε μείνει στην αφήγηση που προηγήθηκε. Σα να μην καθησυχάστηκε με όσα μας είπε ο γιατρός. Αφού μπήκαμε στο αμάξι και έχοντας τη ματιά του άκαμπτα προσηλωμένη στο δρόμο μου είπε σχεδόν μονολογώντας:

-“Βλέπεις τώρα Τάκη μου, ότι για μας, ο πόλεμος δεν τελείωσε ποτέ;”.

Θεώρησα ότι αυτό ήταν ένα ακόμα από τα αποφθέγματα του παππού για τα γεράματα και δεν απάντησα. Γύρισα προς το φανάρι περιμένοντας να κατέβει το πράσινο, επιδιώκοντας να ξεφύγω από αυτήν την κουβέντα. Αλλά ο παππούς συνέχισε.

-“ Ο πόλεμος για μας δεν τελείωσε ποτέ γιατί ακόμα και τώρα τόσες δεκαετίες μετά δεν παύει να στοιχειώνει την κάθε μέρα μας. Κι αν η μοίρα μας φύλαξε και δεν μας σημάδεψαν αυτά τα άγρια χρόνια με σημάδια ανεξίτηλα στο κορμί μας, οι ζωές μας ακόμα κινούνται στις τροχιές τους. Γιατί για αυτόν τον πόλεμο δεν μπόρεσα να σπουδάσω, για την αντίσταση ενάντια στον κατακτητή παράτησα το χωράφι μας άσκαφτο και απότιστο, για τους αγώνες για τη δημοκρατία και τις εξορίες απολύθηκα από τη δουλειά μου και άφησα μονάχη για καιρό την οικογένεια μου. Για αυτό μου το αμετανόητο φρόνημα δεν κατάφερα να εξασφαλίσω μια σύνταξη ανθρώπινη για να περάσω αξιοπρεπώς τα τελευταία χρόνια που μου μένουν. Και μπορεί να είμαι τελικά περήφανος για την οικογένειά μου και τις κόρες μου και τα αγγόνια μου. Και μπορεί να γυρίζω στο νησί με το κεφάλι ψηλά και να έχω την αγάπη όλου του κόσμου, αλλά…” , δεν άντεξα να μη γυρίσω να τον κοιτάξω όταν κοντοστάθηκε σε αυτό το αλλά.

Ο παππούς έριξε το κεφάλι κάτω αποφεύγοντας το βλέμμα μου και με πιο σιγανή φωνή, σχεδόν ένοχα αποτελείωσε τη φράση του

-“...να που τώρα, σήμερα, που ο γιατρός έχει το φάρμακο για να κάνει καλά τη γυναίκα μου, εγώ και πάλι δεν μπορώ να τη φροντίσω. Πως θα βρω τα λεφτά για να τον πληρώσω; Πάλι να δανειστώ απ΄ τα παιδιά μου; ..»

Είναι περήφανος άνθρωπος ο παππούς και δε λύγισε μπροστά σε τόσα και τόσα. Κι όμως όσο γερνάει και δικαίωση δεν βρίσκει κι έχει χάσει πλέον το κουράγιο του. Είναι μια ολόκληρη ζωή που κρατάει με πείσμα το κεφάλι ψηλά περιμένοντας τη στιγμή που θα νιώσει πραγματικά δυνατός και ελεύθερος. Αλλά αυτή η στιγμή παίρνει συνεχώς αναβολή. Και μοιάζει να ’χει κουραστεί.

«... Και όλα αυτά τα προκάλεσε αυτός ο καταραμένος ο πόλεμος! Που για μένα θα τελειώσει ίσως μόνο όταν πεθάνω...».


(Τα πνευματικά δικαιώματα είναι κατοχυρωμένα σύμφωνα με το νόμο 2121/93 περί πνευματικής ιδιοκτησίας).

Σάββατο 4 Απριλίου 2009

Η μικρή ιστορία του πράσινου λάστιχου του κήπου

12 σχόλια

Ήτανε πάντα τέτοιος καιρός.
Η μέρα άρχιζε να μεγαλώνει και τα απογεύματα γίνονταν όλο και πιο ζεστά.
Δεύτερο μισό της δεκαετίας του ‘80 και στη γειτονιά, στα γύρω οικόπεδα ξεφύτρωναν μαργαρίτες και γρασίδι, ενώ όλη η πιτσιρικαρία (παιδιά γεννημένα σε αυτή τη γειτονιά, συνομήλικοι πάνω κάτω, ξετρυπώναμε τα ποδήλατα και βγαίναμε να τρυγήσουμε τα μακριά απογεύματα του Απρίλη.
Με μπάλες και φωνές, χάχανα και καυγάδες, κόκκινο ιώδιο για τα γδαρσίματα και παγωτά, τα πρώτα του χρόνου, που αγοράζαμε κρυφά (έτσι νομίζαμε) από τους γονείς και τρώγαμε πίσω από το μαντράκι του ακριανού οικοπέδου του δρόμου.

Αλλά εκτός από εμάς έβγαιναν στο δρόμο και οι μεγάλοι.
Μετά το μεσημεριανό υπνάκο τους, εκείνη τη λατρεμένη συνήθεια που είχαν οι άνθρωποι λίγο παλιότερα και που άφηνε για λίγες ώρες σε εμάς τα ακοίμητα δαιμόνια, χώρο για κάθε είδους σπιτική σκανταλιά.
Αφού έπιναν λοιπόν στο πόδι το καφεδάκι τους, οι μαμάδες κι οι γιαγιάδες έβγαιναν με τις σκούπες τάχα για να σκουπίσουν και να συγυρίσουν την αυλή και τον δρόμο μπροστά από την πόρτα τους και πιο πολύ για να χαρούν την άνοιξη και να κουτσομπολέψουν με τις υπόλοιπες "προκομμένες".
Λίγο αργότερα (αφού κοιμόνταν λίγο παραπάνω εκείνοι) έβγαιναν και οι άντρες αρχικά στα μπαλκόνια να καπνίσουν και ύστερα στο δρόμο γιατί αποφάσιζαν λέει τώρα που άνοιγε ο καιρός να κάνουν καμιά εξωτερική δουλειά, λίγο κήπο, λίγο μαστορικά και φυσικά για να ανάψουν τις συζητήσεις για τα πολιτικά και για τα αθλητικά.
Και εμείς βέβαια το τσούρμο, αφεντάδες στο δρόμο, να προκαλούμε πανδαιμόνιο και να ταράζουμε την ήσυχιά του. Και να μην αφήνουμε τους μεγάλους να συζητήσουν με τις φωνές μας. Και να μας κυνηγάνε γιατί για χιλιοστή φορά η μπάλα έπεσε μέσα στον κήπο και τσάκισε την τριανταφυλλιά της γεροντοκόρης ή γιατί γέμισε το φρεσκοασπρισμένο πεζοδρόμιο ροδιές και λάσπες. Και να μας τραβάνε από τα χέρια μας τις σφεντόνες και τα φυσοκάλαμα για να μην ανοίξουμε κανένα κεφάλι ή βγάλουμε κανένα μάτι. Και να μας κατσαδιάζουν οι μανάδες μας που κυλιστήκαμε στα νερά και γεμίσαμε τη σκάλα πατημασιές.

Και εδώ ακριβώς θέλω να καταλήξω.
Στα νερά. Σε αυτά τα λατρεμένα τρεχούμενα νερά.
Η καλύτερη προϋπόθεση για ένα ευτυχισμένο απόγευμα στο δρόμο για τον μικρό Καημό, ήταν να δω τον πατέρα μου να ξετυλίγει το πράσινο λάστιχο του κήπου.

Την πηγή της χαράς.
Θα ξεκίναγε πάντα ποτίζοντας το χώμα του κήπου που έπινε άπληστα το δροσερό νερό που έβγαινε από το λάστιχο. Εκείνος γελαστός και αγέρωχος, στητός σαν άγαλμα ανάμεσα στα φυτά του κήπου θα κρατούσε την άκρη του και χαζεύοντας θα κουβέντιαζε με κάποιο γείτονα περί ανέμων και υδάτων. Κάθε που η κουβέντα θα έπαιρνε άλλη ανάσα, θα άλλαζε στόχο κι η αψίδα της ροής του νερού μέχρι να ποτιστούν όλα τα δεντράκια του κήπου.

Αυτή η εικόνα του θα μένει χαραγμένη στο μυαλό μου, συνώνυμη της χαράς, της ξεννοιασιάς και της αφθονίας των παιδικών μου χρόνων.

Αφού θα ευχαριστιόνταν αυτό το "στατικό" πότισμα ο πατέρας μου θα άρχιζε την "τεχνητή βροχή". Βάζοντας το τεράστιο (για τα παιδικά μου μάτια) δάχτυλό του μπροστά στο λάστιχο άνοιγε τη ροή και κατάβρεχε τα φύλλα ανακινώντας όλα τα αρώματα και τη δροσιά τους. Και κάθε φορά που η γύρα με τα ποδήλατα μας μας περνούσε μπροστά από το κηπάκι μας παίρναμε όλοι βαθιές ανάσες και γεμίζαμε τα πνευμόνια μας ζωή (κρυφά όμως, γιατί αυτά τα "χαζά" μπορούσε εύκολα να τα παρεξηγήσει η υπόλοιπη αρρενωπή και αυστηρή -τρομάρα μας- "αντροπαρέα"). Και σχεδόν κάθε φορά λίγο πριν τελειώσει το πότισμα θα παραφύλαγε να περάσουμε για να γυρίσει το λάστιχο και να καταβρέξει και εμάς (τα βλαστάρια του). Και λέω θα παραφύλαγε, όχι για να μην τον καταλάβουμε εμείς (που άλλωστε περιμέναμε αυτή τη στιγμή πως και πως) αλλά για να μην τον καταλάβουν η μαμά ή η γιαγιά και τον μαλώσουν (κρυφογελώντας και αυτές) για την "επιπολαιότητα" και τον "απερισκεψία" του.
Ο πατέρας μου όμως (όπως και εγώ) λατρεύει το νερό. Και ο κήπος δεν αρκούσε πάντα, η "δίψα" του δεν έσβηνε πάντα με αυτόν. Και τότε ήταν η ώρα να βγει από την πυλωτή το αμάξι. Για πλύσιμο.

Άφηνε τον περήφανο αφράτο φραπέ του στη μάντρα του κήπου και με ένα πλατύ αυτάρεσκο χαμόγελο έβγαζε τα κλειδιά από την τσέπη. Έμπαινε στο αμάξι και με όλη του την άπλα το έβγαζε επιδεικτικά αργά από την πυλωτή (πάντα με το ράδιο ανοιχτό) το πήγαινε μέχρι τη γωνία όπου έκανε αναστροφή και γύριζε σταματώντας το ακριβώς στη μέση της πρόσοψης του σπιτιού. Την εποχή εκείνη τα αμάξια στο δρόμο μας δεν ξεπερνούσα τα δάχτυλα του ενός χεριού και ο πατέρας μου καμάρωνε για το απόκτημά του. Ξεδίπλωνε όλο το λάστιχο από τον κήπο, το τράβαγε μέχρι το δρόμο, έριχνε σε έναν παλιό κουβά από μπογιά σαπουνάδα και άρχιζε το πλύσιμο.
Πρώτα "πότιζε" το αμάξι κάνοντας έναν αρχικό έλεγχο για το που είναι "συσσωρευμένη" η βρωμιά. Και μετά αφού το σαπούνιζε ράθυμα τρίβωντας με προσοχή τις κουτσουλιές, ξέπλενε πότε αφήνοντας το λάστιχο να τρέχει και πότε με πίεση μέχρι που να τον ευχαριστήσει η γυαλάδα του κόκκινου χρώματος.

Τότε το σκηνικό είχε στηθεί.

Ήταν η ώρα του σκουπίσματος με το δέρμα.

"Το πιο σημαντικό στο πλύσιμο αγόρι μου είναι το καλό σκούπισμα" με δίδασκε κάθε φορά.

Αλλά κάθε φορά του σπάγαμε τα νεύρα.

Γιατί με το λάστιχο απλωμένο σαν τεράστιο φίδι φαρδύ πλατύ στο δρόμο, τα σαπουνόνερα να τρέχουν στην κατηφόρα και τον ίδιο να σκουπίζει περισπούδαστα πόντο πόντο τη λαμαρίνα του Wartburg ήτανε πρόκληση.

Κάτι σε έσπρωχνε από μέσα σου να τον παραφυλάς να σκουπίσει τις πόρτες και την πλευρά του αυτοκινήτου προς τον δρόμο και να περάσεις με όλη την ταχύτητα που άντεχες, πάσει δυνάμει, με το ποδήλατο τσαλαπηδώντας στο λάστιχο και φρενάροντας και γλιστρώντας στα σαπουνόνερα ακριβώς μπροστά από το φρεσκοστεγνωμένο αυτοκίνητο αναγκάζοντάς τον να το κάνει πάλι από την αρχή.

Η ευτυχία σου ολοκληρώνονταν αν κατόρθωνες να λερώσεις τα πόδια σου, τη φόρμα σου και την πλάτη της μπλούζας σου από τον πίδακα που σου γύριζε η πίσω ρόδα και φυσικά να πιτσιλίσεις το καθαρό αυτοκίνητο αλλά και (το πιο δύσκολο, που ήθελε και την πιο μεγάλη επιδεξιότητα) την τζαμαρία της πόρτα του σπιτιού!

Τότε ήταν που με τις σαγιονάρες του να τσαλαβουτάνε στα νερά, αλαφιασμένος και εξαγριωμένος ορμούσε και μας κυνηγούσε καμιά δεκαριά μέτρα τάχα για να μας "χερικώσει" και να μας υποσχεθεί ότι αν το ξανακάνουμε θα μας κλειδώσει τα ποδήλατα στο λεβητοστάσιο! Και εμείς αφού συνεχίζαμε το πετάλι ακόμα κι όταν είχαμε πια σιγουρευτεί ότι ξεφύγαμε για τα καλά, αφήναμε το τιμόνι, απλώναμε τα χέρια κλείναμε τα μάτια και στεκόμασταν όρθιοι πατώντας στα πετάλια σκίζοντας με κομπασμό τον αέρα.

Και το χαμόγελό μας ανέβαινε ως τα αυτιά γιατί ξέραμε ότι το λεβητοστάσιο θα ξαναδεί τα ποδήλατά μας μόνο προς τα τέλη του Σεπτέμβρη! Αλλά και ότι ο πατέρας μου θα έπιανε και πάλι το πράσινο λάστιχο του κήπου το επόμενο απόγευμα...

Το μόνο που μπορούσε να μας σταματήσει τότε ήτανε το σούρουπο και τα ξελαρυγγιάσματα των μανάδων μας για να μαζευτούμε στο σπίτι, να μας πλύνουν να μας ταϊσουν, να μας εξανθρωπίσουν γενικά.

Τότε ξεπεζεύαμε από το ποδήλατο και το συνοδεύαμε απρόθυμα προς το σπίτι. Φτάνοντας στην πόρτα και με όση μαλαγανιά μας επέτρεπαν όλες οι προηγούμενες σκανταλιές μας ζητάγαμε από το δήθεν αυστηρό βλέμμα του πατέρα που κουλούριαζε το λάστιχο δίπλα από τη βρύση,να μας το αφήσει για να πιούμε λίγο από το δροσερό νεράκι (που πάντα είχε) για να πάρουμε και την τελευταία σταγόνα από το ανοιξιάτικο απόγευμα που είχε φύγει και για να δώσουμε μια τελευταία αφορμή στη μάνα να μας μαλώσει που πίνουμε από το "λερωμένο" λάστιχο και πιτσιλάμε με το χώμα του κήπου τις πλάκες της αυλής. "Λες και δεν έχουμε ποτήρια..."

Λες και εκείνοι δεν έκαναν το ίδιο...

(το ίδιο που δυστυχώς μάλλον δεν θα μπορέσουν να κάνουν και τα παιδιά μας....)

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

Η μικρή ιστορία για Το Κουτί του Καφέ

14 σχόλια

{coffee sugar tea} by winnie's human

Κατάλαβες φίλε μου; Μάθανε ότι ....συγκινούμαστε και πλακώσανε και οι γύφτοι!
Δηλαδή εν προκειμένω το κουτάκι του καφέ!
Ποιος; Ναι, το κουτάκι του καφέ!

Περι ασημαντοτήτων λοιπόν ο λόγος, ύστερα από απαίτηση του ιδίου του ασήμαντου όμως αυτή τη φορά.
Γιατί σου λέει ρε φίλε εμένα με ξεχάσατε...

Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Κάποτε στις κουζίνες υπήρχαν δύο κουτάκια (τρία αν συνυπολογίσεις και του τσαγιού αν και στο δικό μας δεν είχαμε ποτέ) του καφέ και της ζάχαρης.
Πήγαινε η νοικοκυρά στον μπακάλη
και έπαιρνε χύμα τη ζάχαρή της και τον καφέ της
και γυρίζοντας σπίτι τα άδειαζε στα κουτάκια της.
Και κάθε πρωί και κάθε απόγευμα έβαζε το μπρίκι στο ματάκι,
τα κατέβαζε από το ντουλάπι ή το ράφι της,
άνοιγε πάντα πρώτα του καφέ (κι ας ήξερε ότι πρώτα βάζουν τη ζάχαρη)
το έφερνε κοντά στη μύτη της
και κλείνοντας τα μάτια της απολάμβανε με ένα χαλαρωτικό ααααχ το άρωμά του.
Ύστερα έβαζε το κουτάλι μαλακά μέσα στο κουτάκι
(λες και δεν ήθελε να πληγώσει τον καφέ)
ζύγιζε ανάλογα με τα σεκλέτια της μια καλή κουταλιά
και τον μετάγγιζε στον μπρικάκι της.
Μετά άνοιγε το κουτάκι της ζάχαρης
(χωρίς αυτό να το σηκώσει από τον πάγκο)
και αδιάφορα συμπλήρωνε τη ζάχαρη που ήθελε.
Μέχρι να ετοιμαστεί ο καφές έπαιρνε τα κουτάκια της και τα ξαναέβαζε στο ράφι τους
πετώντας πρώτα τη ζάχαρη και μετά τοποθετούσε του καφέ
με τέτοιο πάντα τρόπο ώστε να φαίνεται η καλή του πλευρά σε όποιον πήγαινε να το πάρει.

Και ο πατέρας όταν σηκώνονταν από τον μεσημεριανό του ύπνο,
έπιανε την εφημερίδα και κάθονταν στην πολυθρόνα
παραγγέλνοντας "ένα καφεδάκι μερακλίδικο γυναίκα, όπως το φτιάχνεις"
και η νοικοκυρά κρυφογέλαγε με καμάρι...

Και τα παιδιά, μικρά ακόμα,
στήνανε γαϊτανάκι γύρω από τη φούστα της μαμάς,
ζητώντας να τους ρίξει λίγο καφέ στο άχρωμο γάλα τους,
για να νοστιμίσει λίγο,
αφού ήταν "αρκετά μεγάλοι πια, μέχρι και μουστάκι είχαν"
(έλεγε ο μεγάλος που τεντώνονταν κάθε μέρα στον καθρέφτη του μπάνιου και αγριοκοίταγε το χνούδι πάνω από τα χείλη του που αρνιόνταν πεισματικά να χρωματιστεί και να σκληρύνει).
Και κάθε φορά η μαμά τους έβαζε στη μύτη από το κουτάλι, λίγο καφέ
αφού πρώτα με όση γλύκα είχε
τους έλεγε "αυστηρά"
ότι θα τους κάνει για τελευταία φορά το χατήρι...

Μετά ήρθαν οι καινούριοι καφέδες και οι συσκευασίες τους.
Και η ζάχαρη μπήκε σε χαρτοσακούλες.


Και η νοικοκυρά έπαιρνε τη ζάχαρη από το σούπερ μάρκετ και το τενεκεδάκι του νεσκαφέ.
Και γυρίζοντας σπίτι στρίμωχνε πίσω πίσω το κουτάκι του ελληνικού,
άδειαζε τη ζάχαρη
(που οπωσδήποτε θα είχε χυθεί από την αναξιόπιστη και πάντοτε τρύπια χαρτοσακούλα)
στο κουτάκι της και πέταγε και το τενεκεδάκι του νεσκαφέ μπροστά μπροστά
"για να είναι πρόφταση".

Και τα παιδιά φτιάχνανε πάντα φραπέ
και κατεβάζανε το τενεκεδάκι του νεσκαφέ και τη ζάχαρη
και τα αφήνανε πάντα στον πάγκο ...

Και η νοικοκυρά σταμάτησε να πίνει τον βαρύ γλυκό της
"γιατί είναι βαρύς πια για τα στομάχια μας"
και το ριξε στον γαλλικό "που είναι και πιο φίνος"...

Και ο πατέρας άρχισε να προτιμάει το τσιπουράκι
το απόγευμα που σηκώνονταν από τον ύπνο του
ενώ τον πρωίνο καφέ τον έπινε στη δουλειά...

Και μετά στο σπίτι μπήκαν τα φακελάκια του καπουτσίνο,
και τα εσπρεσσάκια...

Και το κουτάκι του καφέ δεν έβλεπε συχνά το φως.
Και όλο και το στρίμωχναν πιο πίσω στο ντουλάπι.
Και κάποια στιγμή του πήραν και το ταίρι του.
Γιατί το κουτάκι της ζάχαρης από τη χρήση έχασε τα χρώματά του.
Και του πήραν ένα καινούριο.
Αλλά για τον καφέ δεν νοιάστηκε κανείς.
Που να τον θυμηθούν εκεί στα σκοτεινά
στα αβαθή του ντουλαπιού,
στις παρυφές της λήθης...

Μόνο που και που το έβγαζε η νοικοκυρά έξω,
όταν καθάριζε το ντουλάπι.
Το κοίταζε για λίγο σαν να γύρναγε αστραπιαία η μνήμη της
σε χρόνια και στιγμές,
σε αρώματα και γεύσεις
σε χαρές και σε λύπες.
Και μετά γύριζε το πρόσωπό της σαν να ήθελε να αρνηθεί τα πάντα,
το ξεσκόνιζε βιαστικά
και το ξαναγύριζε στη "θέση" του.

Εγώ δεν είχα καταλάβει τίποτα από αυτά.
Δεν είχα ιδέα.
Αλλά με βρήκε το κουτάκι του καφέ και μου το είπε.
Και σας τα λέω και εσάς.
Και αμαρτία δεν έχω...




Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009

Η μικρή ιστορία του πιγκάλ

21 σχόλια

Image of Woodland Silhouette Bathroom Toilet Brush

Το πιο ασήμαντο αντικείμενο του σπιτιού.

Το πιο παραπεταμένο.

Το πιο αγνοημένο.

Εργάζεται σκληρά τίποτα άλλο.

Αλλά δεν το αγαπάει κανείς…

Ο Δημήτρης και η Ράνια.

Αγαπημένο ζευγάρι.

Εκείνος στέλεχος σε μεγάλη κατασκευαστική εταιρία.

Εκείνη υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων σε διάσημη γκαλερί της πόλης.

Στα τριάντα τους.

Τα έχουν καταφέρει. Ξέφυγαν από το μικρομεσαίο κατώφλι των οικογενειών τους και ανοίχτηκαν στην υψηλή κοινωνία. Ούτε η Δάφνη ούτε το Αιγάλεω μπορούσαν να αποτελέσουν στέγη για τις φιλοδοξίες τους.

Ο γάμος τους στην Πάρο, το ταξίδι του μέλιτος στο Ντουμπάι (όπου έμειναν στο ξενοδοχείο που έχτισε η κατασκευαστική του Δημήτρη) και η μεζονέτα στον Κεραμικό που «έντυσε» η Ράνια με το απαράμιλλο γούστο της ήταν σφραγίδες στο διαβατήριο, στο πέταγμά τους προς το πρόσφατα αναβαθμισμένο κοινωνικό τους “status”.

Ειδικά η μεζονέτα στον Κεραμικό αποτέλεσε πολλές φορές θέμα συζήτησης στην παρέα τους. Δεν ήταν μόνο το κόστος των επίπλων και των διακοσμήσεων αλλά και η αισθητική τους αξία που έκανε όποιον έμπαινε στο σπίτι να νομίζει ότι βρίσκεται σε έκθεση interior design. Και ίσως να μην είχε και τόσο άδικο.

Γιατί ο Δημήτρης επέστρεφε αργά από την εταιρία ενώ η Ράνια συχνά έλειπε τα βράδια για να παραβρεθεί σε εκθέσεις και εκδηλώσεις. Τελευταία δεν ζητούσε καν από τον Δημήτρη να την συνοδεύσει. Άλλωστε και εκείνος ήταν συνήθως κουρασμένος ή αδιάφορος για τέτοιου είδους ¨σαχλαμάρες¨. Η σχέση τους έπαιρνε ανάσα μόνο σε κάποια εκδρομικά τριήμερα εκτός Αθηνών. Αλλά ποτέ εντός των αστικών τειχών και ειδικότερα ποτέ εντός των οικιακών τοίχων.

Υπό αυτή την έννοια το σπίτι τους λειτουργούσε πράγματι με τη μορφή μιας έκθεσης. Έμοιαζε περισσότερο με σκηνικό καθημερινού σίριαλ, όλα στημένα αλλά άψυχα. Έμοιαζαν λες και τα συρτάρια ήταν άδεια, οι παροχές δεν ήταν συνδεδεμένες και οι πόρτες άνοιγαν προς το σκοτάδι ή το κενό.

…

Η είδηση του χωρισμού τους έσκασε σαν βόμβα στον κοινωνικό τους περίγυρο. Αυτό το ζευγάρι που όλοι θεωρούσαν ευτυχισμένο να πηγαίνει για διαζύγιο; Ο Δημήτρης και η Ράνια που ήταν τόσο ταιριαστοί να μην μπορούν πια να ζήσουν μαζί; Οι φίλοι άρχισαν τα σχόλια και το κουτσομπολιό φούντωσε. Και δικαιολογημένα. Γιατί δεν υπήρξαν προειδοποιητικά σημάδια, δεν το είδε κανείς να έρχεται… Και το πιο περίεργο: δεν μάλωναν, δεν κατηγορούσαν ο ένας τον άλλο, δεν πήγαν σε φίλους για παρηγοριά. Δεν φαίνονταν καν να τους απασχολεί! Ο χωρισμός έμοιαζε να μην μπορεί να βρει κανένα κενό στο σφιχτό καθημερινό πρόγραμμα τους για να βιωθεί. Τουλάχιστον όχι περισσότερο από την κοινή τους ζωή.

Και το σπίτι; Πως θα μοίραζαν την κοινή τους περιουσία;

Το ήθελαν και οι δύο.

Για τον εαυτό τους. Για την εικόνα τους.

Αν και βαθιά μέσα τους ήξεραν πως το ήθελαν γιατί είχαν ακόμα ανοιχτούς λογαριασμούς μαζί του. Γιατί το σπίτι αυτό όριζε τη νέα, επιτυχημένη προσωπικότητά τους. Γιατί δεν μπορούσαν να το αποχωριστούν αφήνοντας άστεγα τα ανεκπλήρωτα νεοπλουτίστικα όνειρα τους. Κι έτσι αν και μεταξύ τους δεν υπήρχε καμία έλξη πια, με το σπίτι είχαν άλυτους δεσμούς.

Αλλά αν φαντάζεστε πως η επιθυμία τους να κρατήσει ο καθένας το σπίτι θα έβγαζε στην επιφάνεια κάποια ψήγματα συναισθημάτων είστε γελασμένοι.

Η ψυχρή λογική θα επέβαλε τη σολομώντεια λύση. Αφού δεν υποχωρούσε κανείς θα το πουλούσαν.

Και τα πράγματα; Θα τα μοιράζονταν.

Ο Δημήτρης πήρε το home cinema, τις ταινίες του, τα περιοδικά του, την μηχανή του espresso και το στερεοφωνικό. Τους δίσκους τους πήρε η Ράνια μαζί με τα βιβλία της, τα έπιπλα και τα κουζινικά που θα τα έβαζε στον πάνω όροφο του πατρικού της μιας και προσωρινά θα έμενε εκεί. Τα κάδρα τα επέστρεψε στην γκαλερί να πουληθούν μισοτιμής και τις φωτογραφίες τις πέταξε σε ένα χαρτόκουτο και τις έθαψε στο πατάρι.

Το σπίτι άδειασε.

…

Κυριακή απόγευμα. Ο Δημήτρης σκέφτηκε να πάει από το σπίτι να το δει για τελευταία φορά.

«Μήπως και έχω αφήσει τίποτα», είπε αδιάφορα στους φίλους του στην καφετέρια και έφυγε.

Είχε ακόμα τα κλειδιά στην κλειδοθήκη που του είχε χαρίσει η Ράνια και για κάποιο περίεργο λόγο δεν είχε ακόμα «ξεφορτωθεί». Αν και φτάνοντας στο σπίτι διαπίστωσε ότι δεν του χρειάζονταν.

Βρήκε την πόρτα ανοιχτή και διαισθάνθηκε ανθρώπινη παρουσία. Κάνοντας δυό βήματα αναγνώρισε την οικεία μυρωδιά του ακριβού αρώματος της Ράνιας που κάποτε τον έκανε να ανατριχιάζει. Η Ράνια ήταν εκεί. Κουλουριασμένη στη γωνία του υπνοδωματίου χωρίς να έχει καταλάβει την είσοδο του.

Εκείνος έκανε μια αμήχανη γύρα στο σπίτι. Δεν υπήρχε τίποτα από τη ζωή τους πια εκεί. Ότι μπορούσε να μετακινηθεί είχε φύγει. Το σπίτι τους έστεκε άδειο και πιο παγωμένο από την καρδιά τους. Στον τοίχο ξεχώριζε η πιο σκούρα μπογιά κάτω από τα ξεριζωμένα ντουλάπια και κάδρα. Και το ξύλινο πάτωμα γυμνό από τα παχιά χαλιά φανέρωνε τις πληγές που του χάραξαν τα βαριά έπιπλα.

Πήγε για μια στιγμή να βουρκώσει αλλά αμέσως ανέκτησε την αυτοκυριαρχία του. Δεν θα γίνονταν συναισθηματικός τώρα για πέντε αδειανά ντουβάρια. Πήγε στην Ράνια. Εκείνη τον κοίταξε σηκώνοντας το βλέμμα της. Τα υγρά της μάτια κρεμάστηκαν επάνω του απαιτώντας του εξηγήσεις αλλά ο Δημήτρης δε λύγισε. Την έπιασε από τον αγκώνα και την βοήθησε να σηκωθεί. «Πάμε να ρίξεις λίγο νερό στο πρόσωπό σου» είπε με τον πιο ουδέτερο τόνο της φωνής του και την οδήγησε προς το μπάνιο.

Η Ράνια έσκυψε στον νεροχύτη, γέμισε τις χούφτες τις νερό και κλείνοντας τα μάτια της έβρεξε το πρόσωπό της. Ρίχνοντας μηχανικά το βλέμμα της στο νεροχύτη συνειδητοποίησε ότι αυτός και η λεκάνη θα ήταν τα μόνα που θα έμεναν στο σπίτι να θυμίζουν το πέρασμά τους από εκεί.

Η παγωμένη λευκή πορσελάνη της φάνηκε μέσα από τη διάθλαση των υγρών της ματιών σαν παράξενο ταφικό μνημείο των ονείρων μιας κοινής ζωής.

Και στο πάτωμα ανάμεσα από αυτά τα δύο,

παρείσακτο αλλά πιστό και αμετακίνητο

το πιγκάλ.

Το μοναδικό από τα πράγματα τους που αν και τόσο εύκολο να φύγει θα παρέμενε εκεί.

Το μοναδικό απομεινάρι της κοινής τους ζωής σε αυτό το σπίτι.

Κανείς δε διανοήθηκε να το πάρει.

Κανείς δε το διεκδίκησε.

Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε.

Ίσως επειδή είχε τη μικρότερη σημασία και κανένας τους δεν είχε μάθει να δίνει σημασία στα μικρά.

Ίσως επειδή κανείς δε το διάλεξε, ήρθε μαζί με τη λεκάνη και δεν σήμαινε τίποτα σε δύο ανθρώπους που έχτισαν τη ζωή τους πάνω στις «σωστές επιλογές».

Ίσως επειδή ήταν το πιο ταπεινό…

Της ήρθε να γελάσει με την ανοησία της.

Ήταν δυνατό να ασχολείται σοβαρά με κάτι τέτοιο;

Πόσο χαμηλά επέτρεψε στον εαυτό της να πέσει;

Σκούπισε με το χέρι της τη μύτη της και έφτιαξε μηχανικά, κοιτάζοντας προς τον τοίχο που παλιά κρέμονταν ο καθρέφτης, τα μαλλιά της.

«Πάμε τώρα», είπε κοφτά στον Δημήτρη και βγήκε από το μπάνιο σβήνοντας το φως, χωρίς να κοιτάζει τον διακόπτη.

Κλείσανε πίσω τους την πόρτα χωρίς να κλειδώσουν,

μπήκαν αμίλητοι στο ασανσέρ χωρίς κοιταχτούν,

και βγήκαν στο δρόμο παίρνοντας αντίθετες κατευθύνσεις…