Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2007

2 2 4

Ντράπηκα. Είμαι δειλός, πρέπει φοβάμαι να το παραδεχτώ. Χτες ήμουν στη στάση στον Ευαγγελισμό και είδα ένα παιδί τυφλό. Μου έκανε εντύπωση ο τρόπος που περίμενε το λεωφορείο. Κυκλοφορώ συνήθως με το αυτοκίνητο και δεν είχα δει. Είχε μια διαφανή ταμπέλα με τρεις θήκες και έβαζε σε καθεμία τα ψηφία που σχηματίζουν τον αριθμό της γραμμής. Και στη συνέχεια στέκονταν στο χείλος του πεζοδρομίου κρατώντας την ταμπέλα και ελπίζοντας να τον προσέξει ο οδηγός του λεωφορείου ή κάποιος από όσους περίμεναν για να του πουν ότι ήρθε και μπορεί να ανέβει.2 2 4. Αυτοί οι αριθμοί δεν βγαίνουν από το μυαλό μου.
Κάθονταν επί 25 λεπτά (τότε έφυγα εγώ, δεν ξέρω πόσο μετά πέρασε το λεωφορείο του) με το χέρι τεντωμένο και κινδυνεύοντας ανα πάσα στιγμή κάποιο διερχόμενο όχημα να τον πατήσει. Πόνεσα βλέποντάς τον. Πόνεσα βλέποντας συνανθρώπους μου να μπαίνουν μπροστά του για να του πάρουν τη θέση.
Ήθελα να πάω να του πω να κατεβάσει το χέρι. Όσο ήμουν εκεί θα του έλεγα εγώ αν έρχεται το λεωφορείο του. Ντράπηκα. Ντράπηκα για μας. τους "υγιείς".Φοβήθηκα μην τον προσβάλλω. Τον κοίταζα συνέχεια και προσπαθούσα να ξεκολλήσω τα πόδια μου από το πεζοδρόμιο για να πάω κοντά του. Δεν τα κατάφερα. Το λεωφορείο μου ήρθε να με σώσει. Μπήκα γρήγορα μέσα. Κλείσαν οι πόρτες. Ξεκινήσαμε και περνώντας τον ξαναείδα να περιμένει ακίνητος. Αξιοπρεπής και δυνατός. Δεν με είχε ανάγκη. Εγώ τον είχα ανάγκη για να ξαναγίνω άνθρωπος. Αλλά δεν τα κατάφερα. Την επόμενη φορά.