Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2007

Ρε Νίκο, βάλε καμιά φωνή! Φτάνει ρε Τατιάνα!

Εμένα παλιά η Τατιάνα μου άρεσε. Ως γυναίκα (είχε έναν αέρα... ) αλλά και οι εκπομπές της. Ναι κουτσομπολίστικες, αλλά συνεπείς σε αυτά που υπόσχονταν. Ήξερες τι θα δεις. Μεσημεράκι, δεν ήθελες πολλές σκοτούρες, έβαζες την Τατιάνα και κατέβαινε πιο εύκολα το μπριάμ!
Τώρα πια δεν αντέχεται! Δεν βλέπεται. Δεν ασχολούμαι με την εμφάνιση που είναι βγαλμένη από τη βικτωριανή εποχή! Δεν αντέχονται τα θέματα της. Μετά τα σιαμαία, χθες έβγαλε μια δυστυχισμένη γυναίκα. Ένα κουβάρι ιστοί μαζεμένοι σε μια μπλούζα και ένα κεφάλι επάνω, χυμένα στο καναπέ της Τατιάνας! Χωρίς μέση, χωρίς πόδια! Αν δεν το είδατε είστε πολύ τυχεροί! Και μην επιδιώξετε να το βρείτε. Δεν με ενδιαφέρει τι είπε. Δεν με ενδιαφέρει πως το χειρίστηκε. Το άλλαξα αμέσως αλλά το απόκοσμο θέαμα πρόλαβε να μου τυπωθεί στο μυαλό.
Πλέον έχω πειστεί. Δεν υπάρχει περίπτωση να ανακόψει η Τατιάνα μόνη της την πορεία προς τον κατήφορο. Έχει αλλοτριωθεί πλέον. Δεν ξέρω σε τι διαδρομές κινείται το μυαλό της, σε τί μαρτύρια υποβάλει τον ψυχισμό της. Αλλά δεν πιστεύω να αλλάξει. Για αυτό περιμένω μήπως ο Ευαγγελάτος την ανακόψει. Αυτός τί χρωστάει να συνδέεται με αυτά τα πράγματα; Δεν τα βλέπει; Δεν καταλαβαίνει; Ξέρω. Έχει και αυτός το παρελθόν του. Κουβαλάει και αυτός περιέργες υποθέσεις. Αλλά όχι έτσι. Και πέρα από τον Ευαγγελάτο. Τα παιδιά τους. Γιατί πρέπει να τα φορτωθούν όλα αυτά; Τί σκέφτεται η γυναίκα:
Ξέρω! Τι με νοιάζει εμένα θα μου πείτε; Τι λόγος μου πέφτει; Κανένας! Απλά αναρωτιέμαι...
Και να πεις ότι δεν υπάρχουν σημαντικές ιστορίες που "αξίζει να τις δεις". Και εγχώριες αλλά και παγκόσμιου ενδιαφέροντος. Όπως για παράδειγμα η ιστορία του 16χρονου Λασίν Σερίφ.
Το πιτσιρίκι από την Ακτή Ελεφαντοστού που τέσσερα χρόνια πριν είδε μπροστά στα μάτια του, μέσα στο σπίτι τους,να εκτελούν τον πατέρα του οι αντάρτες. Τον πατέρα του ο οποίος θυσιάστηκε για προλάβει να φύγει ο Λασίν και να μην τον στρατολογήσουν 12χρονο παιδί. Ο Λασίν έφυγε χωρίς να έχει πάνω του ούτε ένα σεντ, χωρίς διαβατήρια και προορισμό τρύπωσε στο πρώτο αεροπλάνο που μπόρεσε. Η τύχη του τον έβγαλε στη Γλασκώβη. Περιπλανήθηκε στους δρόμους, χαμένος στη μεγαλούπολη. Η νεράιδα που τον προστάτευε ("έγχρωμη" φαντάζομαι...) έφερε στον δρόμο του την ποδοσφαιρική ακαδημία της Ρέιντζερς. Εκεί βρήκε στέγη, φροντίδα και μέλλον. Έγινε ο πρώτος πρόσφυγας που φοράει τη φανέλα της Ρέιντζερς. Ονειρεύεται πάλι. Θα γίνει ποδοσφαιριστής, και θα τον αγαπούν χιλιάδες. Εκεί βρήκε και τη μητέρα του που τέσσερα χρόνια τον νόμιζε χαμένο. «Την πρώτη φορά που μιλήσαμε στο τηλέφωνο δεν μπορούσαμε ούτε να μιλήσουμε. Αρχισε να κλαίει, άρχισα να κλαίω και κλείσαμε το τηλέφωνο» λέει ο Λασίν και δακρύζει πάλι. Σε μια βδομάδα θα τη φέρουν κοντά του.
Η ζωή για αυτόν νίκησε. Χιλιάδες άλλοι Λασίν χάθηκαν. Χιλιάδες Λασίν στρατολογήθηκαν σε έναν παράλογο πόλεμο. Κράτησαν όπλα πιο μεγάλα από το μπόι τους. Υπηρέτησαν ποινές πιο βαριές από τα αμαρτήματα των ηγετών τους. Και αυτοί που σώθηκαν, σώθηκαν για να μας θυμίζουν και αυτούς που χάθηκαν. Η ζωή νικάει. Το μήνυμα είναι αυτό. Αλλά και η αδιαφορία μας, η επιλησμοσυνή μας, η αυταρέσκεια μας και η ανηθικότητά μας (βρες τον εαυτό σου κάπου ανάμεσα στα προηγούμενα επίθετα) της βάζουν τα πιο ανυπέρβλητα εμπόδια.