Σάββατο, 14 Μαρτίου 2009

Η Λευκάδα των ποιητών

ΣΑΠΦΩ

Με την αρχαία Ερεσό συνδέεται η Σαπφώ, η λυρική ποιήτρια της ελληνικής αρχαιότητας (627-567 π.Χ.). Καταγόταν από ευγενή οικογένεια της Ερεσού Λέσβου, αλλά έζησε στη Μυτιλήνη. Το όνομά της στη λεσβιακή διάλεκτο ήταν Ψάπφα (=σοφή, κόρη μορφωμένη). Για τη ζωή της πολύ λίγες πληροφορίες έχουμε και αυτές αντιφατικές. Από τον Οβίδιο μαθαίνουμε ότι οι πολιτικές αναταραχές του νησιού την ανάγκασαν να φύγει για τη Σικελία μαζί με ομοϊδεάτες της αριστοκρατικούς. Το γεγονός πιθανολογείται μεταξύ 604 και 592 π.Χ. Ύστερα από λίγα χρόνια ξαναγύρισε στη Λέσβο, όπου ίδρυσε μουσική και ποιητική σχολή για νέες, με πολλές από τις οποίες η Σαπφώ συνδέθηκε με αδερφική φιλία και αγνή αγάπη. Αλλά οι ελεύθεροι τρόποι της, οι ασυμβίβαστοι με τα ήθη της εποχής της, και οι ποιητικές της εκδηλώσεις, οι ξένες προς το γυναικείο προορισμό των αρχαίων, ξένισαν τους σύγχρονους και τους μεταγενέστερούς της, οι οποίοι έπλασαν διάφορους θρύλους γύρω από τον τρόπο ζωής και τις σχέσεις της με τις νεαρές της μαθήτριες. Αποκορύφωση των διαδόσεων αυτών αποτελεί η παράδοση ότι ατύχησε στον ερωτά της προς κάποιο Φάωνα και ότι για αυτό γκρεμίστηκε από τους βράχους της Λευκάδας και αυτοκτόνησε. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η Σαπφώ ήταν σεβαστή στην πατρίδα της και θαυμάστηκε από όλους τους Έλληνες για το ποιητικό της έργο. Το θαυμασμό αυτό φανερώνουν και οι χαρακτηρισμοί που της έδωσαν: «δέκατη μούσα», «αδερφή των Χαρίτων», «θαυμαστόν χρήμα». Τιμήθηκε όχι μόνο από τους Μυτιληναίους, που χάραξαν την εικόνα της στα νομίσματά τους, αλλά και από τους άλλους Έλληνες.

Σαπφώ - Sappho: Η Δέκατη Μούσα

Τῇ Ἔροέσσῃ Ἄφροδίτῃ


Ήρθε και τρύπωσε ο Ερμής στο όνειρο μου μέσα˙
και του είπα, αφεντάκο μου, πώς χάθηκε η ζωή μου˙
και δε γελώ, δε χαίρομαι, μήτε τα πλούτη θέλω˙
μόνο ένας πόθος με βαστά, ζητάω να πεθάνω˙
τις υγρές να δω με τους λωτούς του Αχέροντα τις όχθες.



Το έργο της, τα ποιήματα της Σαπφούς διαιρέθηκαν σε εννιά βιβλία, ώστε να αντιστοιχούν με τον αριθμό των μουσών και ήταν ωδές με ερωτική υπόθεση και επιθαλάμια (τραγούδια για γάμους). Από αυτά έχουμε μόνο μια ωδή ακέραιη και αρκετά αποσπάσματα, περισσότερα από 120. Τα επιθαλάμια ειδικότερα, εκτός από τη γλυκύτητα και την απλότητα των ηθών και των συναισθημάτων, έχουν και πλήθος από ωραίες εικόνες. Τα ποιήματα της Σαπφούς, αν και ήταν όλα γραμμένα στην αιολική διάλεκτο, τα τραγουδούσαν σε όλη την Ελλάδα.


ΛΕΥΚΑΔΙΟΣ ΧΕΡΝ
Τον χαρακτήρισαν «ο Παπαδιαμάντης της Απω Ανατολής». Λευκάδιος Χερν ή Γιάκομο Κουιζίμι (η μετάφραση του ιαπωνικού του ονόματος του είναι ποιητικότατη: Σημαίνει το μέρος όπου γεννιούνται τα σύννεφα).

Ο Λευκάδιος Χερν γεννήθηκε στη Λευκάδα στις 27 Ιουνίου του 1850. Η Ελληνίδα μητέρα του, Ρόζα Κασιμάτη, ήταν ευγενούς καταγωγής από τα Κύθηρα, ενώ ο πατέρας του, Κάρολος Χερν, ήταν στρατιωτικός χειρουργός στο Βρετανικό Σώμα των Επτανήσων από το Δουβλίνο. Ο πατέρας του πήρε μετάθεση για τις δυτικές Ινδίες και έτσι δυο χρονιά αργότερα ο μικρός Λευκάδιος ταξιδέψε με τη μητέρα του στο Δουβλίνο για να ζήσουν με την οικογένεια του πατέρα του. Μετά από ένα διάστημα συμβίωσης με τον πατέρα του, η μητέρα του αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα, καθώς ο Κάρολος Χερν εκμεταλλεύτηκε ένα νομικό κενό και έθεσε εκτός ισχύος τον γάμο του.Έτσι, σε ηλικία πέντε ετών ο Λευκάδιος Χερν αποχωρίστηκε από τη μητέρα του χωρίς να τη δει ποτέ ξανά.

Όταν έφτασε σε σχολική ηλικία και άρχισε να διαβάζει, κάποια στιγμή ανακάλυψε ένα βιβλίο για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και δήλωσε ενθουσιασμένος: “Εισήλθα στη δική μου αναγέννηση”. Αργότερα, και αφού είχε περάσει από το γαλλικό κολλέγιο του Υβενό στάλθηκε στο κολλέγιο Σαίντ Κούθμπερτ (Ushaw Roman Catholic College). Κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού έχασε το ένα μάτι του. Σε ηλίκια 19 ετών αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στις Η.Π.Α. Για ένα χρονικό διάστημα έζησε κάτω από συνθήκες μεγάλης φτώχειας, ώσπου γνώρισε τον Χένρυ Γουώτκιν και με τη βοήθειά του βρήκε δουλειά σε μια εφημερίδα.

Σιγά σιγά άρχισε να δουλεύει σε υψηλότερες θέσεις και έφτασε να εργάζεται ως δημοσιογράφος σε εφημερίδα του Σινσιννάτι (Cincinnati Daily Enquirer). Περιπλανήθηκε στη Νέα Ορλεάνη, στη Νέα Υόρκη, στις Γαλλικές Αντίλλες. Το 1889 βρέθηκε σαν ανταποκριτής στην Ιαπωνία. Αργότερα και με τη βοήθεια του Μπάζιλ Τσάμπερλαιν και του Ίτζιτο Χαττόρι βρήκε θέση καθηγητή της αγγλικής γλώσσας στην πόλη Ματσούε στη βορειοδυτική Ιαπωνία. Στον δέκατο πέμπτο μήνα διαμονής του στην Ιαπωνία παντρεύτηκε τη Σετζούκο Κοϊζούμι. Υιοθετεί μάλιστα το όνομα της συζύγου του και από Λευκάδιος Χερν ονομάζεται Κοϊζούμι Γιάκουμο.

Μαζί της έκανε τέσσερα παιδιά. Τον Δεκέμβριο του 1896, το Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκυο του προσέφερε την έδρα του καθηγητή της Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Στην Ιαπωνία ο Λευκαδιος Χερν έζησε τα 14 τελευταία χρόνια της ζωής του. Έγινε ο εθνικός συγγραφέας της Ιαπωνίας. Ο Χερν κατέγραψε μια άλλη Ιαπωνία, των θρύλων των σαμουράι και των παραδοσιακών αξιών. Χαρακτηρίστηκε ως ο αυθεντικότερος ερμηνευτής της Ιαπωνίας στη Δύση, ενώ το βιβλίο του “Ματιές στην άγνωστη Ιαπωνία” διδασκόταν σε όλα τα σχολεία της χώρας επί δεκαετίες. Τα βιβλία του είναι περιζήτητα, υπάρχουν 8 μουσεία προς τιμήν του σε όλη την Ιαπωνία, ενώ το άγαλμά του ξεχωρίζει στην κεντρική πλατεία του Τόκιο και μνημεία του έχουν στηθεί σε κάθε γωνιά τις Ιαπωνίας απ’ όπου πέρασε.

Ο Λευκάδιος Χερν πέθανε στις 26 Σεπτεμβρίου του 1903 ύστερα από πνευμονικό οίδημα. Στην πλάκα που έστησαν οι φοιτητές του υπήρχε το εξής κείμενο: “Στον Λευκάδιο Χερν, του οποίου η πένα υπήρξε πιο ισχυρή ακόμα και από τη ρομφαία του ένδοξου έθνους που αγάπησε, έθνους που πιο μεγάλη τιμή του υπήρξε ότι τον δέχτηκε στις αγκάλες του ως πολίτη και του πρόσφερε, αλίμονο, τον τάφο”.





ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

Ὁ Ἄγγελος Σικελιανὸς (Λευκάδα, 15 Μαρτίου 1884 – Ἀθήνα, 19 Ἰουνίου 1951) ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς μείζονες Ἕλληνες ποιητές. Τὸ ἔργο του διακρίνεται ἀπὸ ἕναν ἔντονο λυρισμὸ καὶ ἕναν ἰδιαίτερο γλωσσικὸ πλοῦτο.

Γεννήθηκε στὴ Λευκάδα ὅπου καὶ πέρασε τὰ παιδικά του χρόνια. Ἀποφοίτησε ἀπὸ τὸ γυμνάσιο τὸ 1900 καὶ τὸν ἑπόμενο χρόνο γράφτηκε στὴν Νομικὴ Σχολὴ τῆς Ἀθήνας χωρὶς ὡστόσο νὰ ὁλοκληρώσει ποτὲ τὶς νομικές του σπουδές. Τὰ ἐνδιαφέροντά του ἦταν καθαρὰ λογοτεχνικὰ καὶ ἀπὸ νωρὶς μελέτησε Ὅμηρο, Πίνδαρο, Ὀρφικοὺς καὶ Πυθαγόρειους, λυρικοὺς ποιητές, προσωκρατικοὺς φιλοσόφους, Πλάτωνα, Αἰσχύλο ἀλλὰ καὶ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ξένους λογοτέχνες ὅπως τὸν Ντ᾿ Ἀννούντσιο. Τὰ ἑπόμενα χρόνια πραγματοποίησε ἀρκετὰ ταξίδια καὶ στράφηκε στὴν ποίηση καὶ τὸ θέατρο. Σημαντικὸ σταθμὸ στὴ ζωὴ τοῦ Σικελιανοῦ ἀποτέλεσε ὁ γάμος του, τὸ 1907, μὲ τὴν Ἀμερικανίδα Eva Parlmer, ἡ ὁποία σπούδαζε στὸ Παρίσι ἑλληνικὴ ἀρχαιολογία καὶ χορογραφία. Ὁ γάμος τους τελέστηκε στὴν Ἀμερικὴ ἐνῷ ἐγκαταστάθηκαν στὴν Ἀθήνα τὸ 1908. Ἐκείνη τὴν περίοδο, ὁ Σικελιανὸς ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ ἀρκετοὺς πνευματικοὺς ἀνθρώπους καὶ τελικὰ τὸ 1909 δημοσίευσε τὴν πρώτη του ποιητικὴ συλλογὴ Ἀλαφροΐσκιωτος, ἡ ὁποία προκάλεσε ἰδιαίτερη αἴσθηση στοὺς φιλολογικοὺς κύκλους, ἀναγνωριζόμενη ὡς ἔργο σταθμὸς στὴν ἱστορία τῶν νεοελληνικῶν γραμμάτων. Ἀκολούθησε μία περίοδος ἔντονης ἀναζήτησης ποὺ καταλήγει στὴν ἔκδοση τῶν τεσσάρων τόμων τῆς ποιητικῆς συλλογῆς Πρόλογος στὴ Ζωή, Ἡ Συνείδηση τῆς Γῆς μου (1915), Ἡ Συνείδηση τῆς Φυλῆς μου (1915), Ἡ Συνείδηση τῆς Γυναίκας (1916) καὶ Ἡ Συνείδηση τῆς Πίστης (1917). Ὁ Πρόλογος στὴ Ζωὴ ὁλοκληρώθηκε ἀργότερα μὲ τὴ Συνείδηση τῆς Προσωπικῆς Δημιουργίας. Ἀκολουθοῦν ἀκόμα τὰ χαρακτηριστικὰ ποιήματα Τὸ Πάσχα τῶν Ἑλλήνων καὶ Μήτηρ Θεοῦ, τῆς περιόδου 1917-1920 καθὼς καὶ διάφορες συνεργασίες του μὲ λογοτεχνικὰ περιοδικὰ τῆς ἐποχῆς.

Ἡ ἀρχαιοελληνικὴ πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα ἀπασχόλησε βαθιὰ τὸν Σικελιανὸ καὶ συνέλαβε τὴν ἰδέα νὰ δημιουργηθεῖ στοὺς Δελφοὺς ἕνας παγκόσμιος πνευματικὸς πυρήνας ἱκανὸς νὰ συνθέσει τὶς ἀντιθέσεις τῶν λαῶν («Δελφικὴ Ἰδέα»). Γιὰ τὸ σκοπὸ αὐτό, ὁ Σικελιανός, μὲ τὴ συμπαράσταση καὶ οἰκονομικὴ ἀρωγὴ τῆς γυναίκας του, δίνει πλῆθος διαλέξεων καὶ δημοσιεύει μελέτες καὶ ἄρθρα. Παράλληλα, ὀργανώνει τὶς «Δελφικὲς Ἑορτὲς» στοὺς Δελφοὺς μὲ τὶς παραστάσεις τοῦ Προμηθέα Δεσμώτη (1927) καὶ τῶν Ἱκέτιδων (1930) τοῦ Αἰσχύλου νὰ ἀνεβαίνουν στὸ ἀρχαῖο θέατρο. Ἡ «Δελφικὴ Ἰδέα» ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἀρχαῖες παραστάσεις περιελάμβανε καὶ τὴν «Δελφικὴ Ἕνωση», μιὰ παγκόσμια ἕνωση γιὰ τὴ συναδέλφωση τῶν λαῶν, καὶ τὸ «Δελφικὸ Πανεπιστήμιο», στόχος τοῦ ὁποίου θὰ ἦταν νὰ συνθέσει σὲ ἕναν ἑνιαῖο μύθο τὶς παραδόσεις ὅλων τῶν λαῶν. Γιὰ τὶς πρωτοβουλίες αὐτές, τὸ 1929, ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν ἀπένειμε στὸ Σικελιανὸ ἀργυρὸ μετάλιο γιὰ τὴ γενναία προσπάθεια ἀναβίωσης τῶν δελφικῶν ἀγώνων. Ἀπὸ τὸ φιλόδοξο αὐτὸ σχέδιο τὸ μόνο ποὺ πραγματοποιήθηκε τελικὰ ἦταν οἱ Δελφικὲς Ἑορτές, ἀλλὰ καὶ αὐτὲς ὁδήγησαν σὲ οἰκονομικὴ καταστροφὴ καὶ χωρισμὸ τοῦ ζεύγους, ἀφοῦ ἡ Εὔα Πάλμερ ἐγκαταστάθηκε ἀπὸ τότε στὴν Ἀμερικὴ καὶ ἐπέστρεψε μόνο μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ποιητῆ. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς γερμανικῆς κατοχῆς, ὁ Σικελιανὸς διαδραμάτισε σημαντικὸ ρόλο στὴν πνευματικὴ ἀντίσταση τοῦ λαοῦ, μὲ κορυφαία ἐκδήλωση τὸ ποίημα καὶ τὸ λόγο ποὺ ἐκφώνησε στὴν κηδεία τοῦ Παλαμᾶ τὸ 1943.

Τὸ 1946 ἐξελέγη πρόεδρος τῆς Ἑταιρείας Ἑλλήνων Λογοτεχνῶν ἐνῷ τὸ 1949 ἦταν ὑποψήφιος γιὰ τὸ Βραβεῖο Νομπέλ. Ὁ ἐπιφανὴς λυρικὸς ποιητὴς καὶ πεζογράφος Ἄγγελος Σικελιανὸς πέθανε στὴν Ἀθήνα τὸ 1951 καὶ τάφηκε στοὺς Δελφούς.

Ὁ Σικελιανὸς εἶχε ἐξοχικὴ παραλιακὴ κατοικία στὴ Σαλαμίνα μπροστὰ ἀπὸ τὴ Μονὴ Φανερωμένης. Ἐκεῖ ὁ Βασιλεὺς Παῦλος ἐπισκέπτοταν τὸν ποιητὴ κάθε φορὰ ποὺ μετέβαινε στὸ Ναύσταθμο Σαλαμίνας. Διατηροῦσε ἐπίσης ἐξοχικὴ κατοικία στὴ Συκέα Κορινθίας.

Ἔργο

Ποιήματα

Ὁ ποιητὴς ἐξέδωσε ὁ ἴδιος τὰ ἔργα του σὲ τρεῖς τόμους μὲ τὸν τίτλο Λυρικὸς Βίος (1946 Α καὶ Β, 1947 Γ), ἀφήνοντας ἔξω κάποια ἔργα ποὺ δὲν θεώρησε ἀπαραίτητο νὰ συμπεριλάβει.

Τὸ 1965 ἄρχισε ἡ ἔκδοση τῶν «Ἁπάντων» του μὲ ἐπιμέλεια τοῦ Γ. Π. Σαββίδη. Ἐκδόθηκαν πέντε τόμοι μὲ τὸ ἔργο ποὺ εἶχε δημοσιεύσει ὁ ποιητής (1965-1968) καὶ ἕκτος τόμος (1969) μὲ ὅσα ποιήματα εἶχε ἀφήσει ἐκτὸς τοῦ Λυρικοῦ Βίου.

Πεζὰ κείμενα

Συγκεντρωτικὴ ἔκδοση τῶν «Ἁπάντων»:

  • Πεζὸς Λόγος Α (1978)
  • Πεζὸς Λόγος Β (1980)
  • Πεζὸς Λόγος Γ (1981)
  • Πεζὸς Λόγος Δ (1983)
  • Πεζὸς Λόγος Ε (1985)

Τραγῳδίες

  • Ὁ Διθύραμβος τοῦ Ρόδου (1932)
  • Σίβυλλα (1940)
  • Ὁ Δαίδαλος στὴν Κρήτη (1942)
  • Ὁ Χριστὸς στὴ Ρώμη (1946)
  • Ὁ Θάνατος τοῦ Διγενῆ (1947)
  • Ἀσκληπιὸς (ἡμιτελής)

Συγκεντρώθηκαν σὲ τρεῖς τόμους μὲ τὸν τίτλο Θυμέλη, Α καὶ Β 1950, Γ 1954

Ὁ Γέρος

Ὁ γέρος ὁ ἑκατοχρονίτης,
ὁποῦ ἐγνώρισα στὸ ἴδιο νησί μου, τὴ Λευκάδα,
ἀφοῦ πέρασε βοσκὸς σαράντα χρόνια
στὴ βουνοκορφή, στὰ Σταυρωτά,
κατέβηκε νὰ παντρευτεῖ μία μέρα
στὸ γιαλό, στὸ Μεγανήσι
κι ἀπὸ τότε γίνηκε ψαρὰς
κι ἀπόχτησε τρεῖς θυγατέρες
κι ὅσο ἤτανε μικρές, κυβέρναε μονάχος
τὸ ψαροκάϊκο, τὸ πεζόβολο, τὰ παραγάδια καὶ τὰ δίχτυα
κι ἅμα ἡ πρώτη θυγατέρα ἦρθε στὸ χνούδι της
τὴ πῆρε στὰ κουπιὰ νὰ δέσει τὸ κορμί της,
ἔπειτα τὴ πάντρεψε καὶ πῆρε τὴ κατοπινὴ
κι ἀφοῦ ἔδεσε καὶ τούτη,
κράτησε λίγο καιρὸ τὴ τρίτη στὰ κουπιὰ
καὶ σὰ τὴ πάντρεψε κι αὐτήν,
ἔμεινε πάλι μὲς στὴ βάρκα μοναχός,
προσμένοντας τὸ θάνατο, ἥσυχα νὰ τὸν ῾γγίξει,
καθὼς σβεῖ στρωτὰ ὁ ἀγέρας
στὸ νερὸ τὰ δειλινά...

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Ὁ ποιητῆς Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης γεννήθηκε στὴ Λευκάδα τὸ 1824, ἀλλὰ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἤπειρο. Ὅταν τελείωσε τὸ δημοτικὸ καὶ τὸ γυμνάσιο στὴ Λευκάδα, φοίτησε στὴν Ἰόνιο Ἀκαδημία τῆς Κέρκυρας, κοντὰ σ᾿ ἐπιφανεῖς δασκάλους, ὅπως ὁ Ἀσώπιος καὶ ὁ Ἰωάννης Οἰκονομίδης.

Ἀφοῦ τελείωσε τὴν Ἀκαδημία, σὲ ἡλικία δεκαεφτὰ χρονῶν, σπούδασε νομικὰ στὰ πανεπιστήμια τοῦ Παρισιοῦ, τῆς Γενεύης καὶ τῆς Πίζας. Ὕστερα ἀπὸ μία σύντομη παραμονὴ στὴ Λευκάδα, ἐπισκέφτηκε καὶ πάλι πολλὲς ἀπὸ τὶς γνωστὲς τότε εὐρωπαϊκὲς χῶρες, γιὰ νὰ καταλήξει τελικὰ στὴν Ἀγγλία, ὅπου ἔμεινε γιὰ ἀρκετὰ χρόνια.

Τὸ 1853 ὅμως ἐπέστρεψε ὁριστικὰ στὴ Λευκάδα καὶ ἀναμείχτηκε στὴν πολιτική. Ἐκλέχτηκε βουλευτὴς τῆς «Ἰονίου Πολιτείας» καὶ ἀγωνίστηκε γιὰ μία ἑπταετία γιὰ τὰ δίκαια τῶν Ἐφτανήσων. Ἡ ἐνσωμάτωση τῶν Ἐπτανήσων στὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ ὁλοκλήρωση τῆς ἐδαφικῆς ἀκεραιότητάς της μὲ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἠπείρου, ὑπῆρξαν ὄνειρά του. Μετὰ τὴν ἕνωση τῶν Ἐπτανήσων ἐκλέχτηκε πρῶτος ἀντιπρόσωπός τους στὴν ἐθνοσυνέλευση τῆς Ἀθήνας.

Στὴ συνέχεια ἔδρασε ὡς βουλευτὴς στὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ παραιτηθεῖ ὁριστικὰ ἀπὸ τὴν πολιτικὴ τὸ 1868. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς πολιτικῆς του δράσης, οἱ ἀγορεύσεις του ἦταν σωστὰ ποιήματα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ ρητορική του ἱκανότητα ἔμεινε ἀλησμόνητη. Ὁ Βαλαωρίτης ἦταν ἕνας ριζοσπάστης ποὺ δὲν περιορίστηκε μόνο στὴ θεωρητικὴ ἐπιβολὴ τῆς ἰδεολογίας του. Προσπάθησε νὰ ἀποτινάξει κάθε ἴχνος ξενομανίας καὶ νὰ διώξει τὴν κακὴ ἐπιρροὴ ποὺ ἀσκοῦσαν οἱ Ἄγγλοι στὰ Ἐπτάνησα καὶ οἱ Βαυαροὶ στὸ νεοσύστατο κράτος.

Ὁ Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης δὲ δείλιαζε καὶ δὲν ὑποχωροῦσε μπροστὰ σὲ τίποτα προκειμένου νὰ ἐπιτύχει τοὺς στόχους του. Ἀδιαφοροῦσε γιὰ τὸ ἂν εἶχε νὰ κάνει μὲ ὑψηλὰ πρόσωπα. Γι᾿ αὐτὸν πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἦταν τὸ καθῆκον γιὰ τὴν πατρίδα, ποὺ ἔπρεπε νὰ τὸ φέρει σὲ καλὸ τέλος. Ὅταν τὸ 1868 ἐγκατέλειψε τὸν πολιτικὸ στίβο, δὲν ἔπαψε νὰ παρακολουθεῖ ἀπὸ κοντὰ τὸ πολιτικὰ πράγματα μία καὶ οἱ στόχοι του δὲν εἶχαν ἀκόμη ἀκπληρωθεῖ ὁλοκληρωτικά.

Ἂν καὶ ἔκανε πολλὰ ταξίδια, ἂν καὶ ἔλαβε δυτικὴ μόρφωση, παρέμεινε ὡς τὰ βάθη τῆς ψυχῆς τοῦ ἕνας πραγματικὸς Ἕλληνας. Αὐτὸ ἐξάλλου ἀπαιτοῦσε καὶ ἡ ἐποχὴ μέσα στὴν ὁποία ζοῦσε. Δὲν ἦταν μόνο θαυμαστῆς τῶν παλικαριῶν, ἦταν καὶ ὁ ἴδιος λαμπρὸ παλικάρι.

Ὁ Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης πέθανε τὸ 1879 ἀπὸ καρδιακὴ προσβολή.

Τὸ ἔργο του

Στὰ γράμματα παρουσιάστηκε σὲ ἡλικία 23 χρονῶν μὲ τὴν ποιητικὴ συλλογὴ «Στιχουργήματα». Ἐξέδωσε ἐπίσης τὶς συλλογὲς «Μνημόσυνα» καὶ «Κυρὰ Φροσύνη» καὶ τὰ δραματικὰ ποιήματα «Ἀθανάσης Διάκος», «Ἀστραπόγιαννος», «Θανάσης Βάγιας», «Σαμουήλ» καὶ «Φυγή». Ἔγραψε ἀκόμα καὶ πολλὰ ἄλλα ποιήματα, ἐνῷ ἄφησε ἡμιτελὲς τὸ τελευταῖο του ἔργο «Φωτεινός».

Ὁ Βαλαωρίτης εἶναι ἐπικοδραματικὸς στὰ πατριωτικά του ποιήματα καὶ λυρικὸς στὰ ποιήματα ποὺ ἀναφέρονται σὲ ὑποκειμενικὰ θέματα. Τὸν ἀληθινὸ Βαλαωρίτη τὸν βρίσκουμε στὰ μεγάλα δεκαπεντασύλλαβα πατριωτικά του ἔπη. Καὶ ἀφοῦ εἶναι γνήσια ἐπικός, γι᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο εἶναι καὶ θεατρικός. Θεωρεῖται ὡς ὁ συνεχιστῆς τοῦ Ὁμήρου, κάπως μακρινὸς βέβαια καὶ ὄχι τοῦ ἰδίου ὕψους. Στὰ μεγάλα ποιήματά του περιγράφει γεγονότα τῆς ἀντικειμενικῆς πραγματικότητας. Καὶ τὰ περιγράφει μὲ τέτοια παραστατικότητα, μὲ τέτοια ζωντάνια, ποὺ θὰ νόμιζε ὅτι συμμετέχει καὶ ὁ ἴδιος σ᾿ αὐτά.


Ἡ πρὸς τὴν Πατρίδα Ἀγάπη μου

Δὲν εἶναι διαβατάρικο πουλί, ποὺ γιὰ μία μέρα
σχίζει τὰ νέφη καὶ περνᾷ γοργὸ σὰν τὸν ἀγέρα,
οὔτε κισσός, π᾿ ἀναίσθητος τὴν πέτρα περιπλέκει
οὔτ᾿ ἀστραπή, ποὺ σβύνεται χωρὶς ἀστροπελέκι,
δὲν εἶναι νεκροθάλασσα, βοὴ χωρὶς σεισμό,
νοιώθω γιὰ σέ, πατρίδα μου, στὰ σπλάγχνα χαλασμό.

5 σχόλια:

Μελίτη είπε...

Μπράβο και πάλι μπράβο Καημέ μου!
Χάρηκα και τις δύο σου αναρτήσεις,(αυτήν εδώ και τον Φωτεινό),κι ένιωσα ξαφνικά να μπαίνω μέσα σε λογοτεχνική όαση.
Η Σαπφώ είναι πράγματι η 10η μούσα ή μάλλον Η ΜΟΥΣΑ.
Για τον Λευκάδιο Χέρν έμαθα σπουδαία πράγματα καθώς δεν είχα ξανακούσει γι' αυτόν.
Απίστευτες αναρτήσεις!!!
Θερμά συγχαρητήρια!!

Καημος είπε...

Καλημέρα Μελίτη μου! Σε ευχαριστώ για τα θερμά σου λόγια.
Αφορμή για αυτή την ανάρτηση ήταν η κοινή σχέση όλων αυτων των μέγιστων δημιουργών με το νησί που είμαι υπερήφανος να αποτελεί το ήμισυ της καταγωγής μου τη Λευκάδα!
Είναι το νησί της μητέρας μου και του παππού Καημού (και φυσικά της γιαγιάς Αγγελικής) και είναι υπεύθυνο για το καλλιτεχνικό και ευαίσθητο κομμάτι που (όπως λέτε εσείς οι φίλοι μου) έχει στρογγυλοκάτσει εντός μου...

Και κάτι ακόμα, δυστυχώς δεν γνωρίζω να γράφω στο πολυτονικό. Με τη βοήθεια όμως του αυτόματου πολυτονιστή Ματζέντα και βέβαια μεταφέροντας εδώ και κείμενα ήδη γραμμένα σε πολυτονικό είμαι χαρούμενος που μπόρεσα να δώσω αυτή την εικόνα. Γιατί προσωπικά θεωρώ ότι ένα κείμενο γραμμένο σε πολυτονικό είναι σαν πίνακας ζωγραφικής με εξαίσια χρώματα ενώ το μονοτονικό τίποτα παραπάνω από ένα απλό ...σκαρίφημα!

Μελίτη είπε...

Αχ Καημέ μου!
Το πολυτονικό είναι πίνακας ζωγραφικής και για τον Οδυσσέα Ελύτη ο οποίος λέει: ἡ πολυαιώνια παρουσία τοῦ ἑλληνισμοῦ πάνω στὰ δῶθε ἢ ἐκεῖθε τοῦ Αἰγαίου χώματα ἔφτασε νὰ καθιερώσει μιὰν ὀρθογραφία, ὅπου τὸ κάθε ὠμέγα, τὸ κάθε ὕψιλον, ἡ κάθε ὀξεία, ἡ κάθε ὑπογεγραμμένη, δὲν εἶναι παρὰ ἕνας κολπίσκος, μιὰ κατωφέρεια, μιὰ κάθετη βράχου πάνω σὲ μιὰ καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοὶ ἀμπελῶνες, ὑπέρθυρα ἐκκλησιῶν, ἀσπράκια ἢ κοκκινάκια, ἐδῶ ἢ ἐκεῖ, ἀπὸ περιστεριῶνες καὶ γλάστρες μὲ γεράνια....
Πόσο χαίρομαι που αγαπάς αυτή την Αισθητική των γραμμάτων και του λόγου,πόσο χαίρομαι...

Την αγάπη μου Καημέ μου.

Antoine είπε...

Καημέ,
Οφείλω να δώσω έναν έπαινο για το χρόνο που αφιέρωσες και ένα ευχαριστώ για την παραπομπή στην εγγραφή μου στη πραγματικά δέκατη μούσα της αρχαιότητας.

Υ.Γ. Η απουσία μου την προηγούμενη εβδομάδα μου απέτρεψε να παρακολουθήσω το ιστολόγιό σου.

Καημος είπε...

@Antoine,καλησπέρα φίλε! Φυσικά και έβαλα λινκ για την πολύ όμορφη ανάρτησή σου! Δεν θα μπορούσα να την παραλείψω άλλωστε!