Ζω πάνω από 25 ανθρώπους. Και κάτω από 9.Δίπλα σε 10. Αν ζούσαμε σε μονοκατοικίες θα ήμασταν ένα μικρό χωριό. Τώρα είμαστε απλά κάποιοι που μοιράζονται τα κοινόχρηστα. Κάποτε ήμασταν μόνο άγνωστοι. Τώρα είμαστε και ανώνυμοι.
Το αυτοκίνητό μου έχει 5 θέσεις. Τις περισσότερες φορές είναι κατειλημμένη μία ή το πολύ δύο. Δηλαδή συνήθως συνταξιδεύουμε με τον Κανένα. Το κινητό μου έχει 500 τηλεφωνικές μνήμες. Οι "αγαπημένοι μου αριθμοί" δεν ξεπερνούν τους 10. Από μνήμης θυμάμαι μόνο 4.Και συνήθως όχι το δικό μου.
Στη ζωή μου πρέπει να είχα πάνω από 400 συμμαθητές - συμφοιτητές. Με τους περισσότερους από αυτούς μοιραστήκαμε στιγμές χαράς και αγωνίας στις ίδιες αίθουσες. Θυμάμαι τα ονοματεπώνυμα καμιάς δεκαριάς από αυτούς. Μιλάω ακόμα με 3 ή 4.
Αριθμοί ...αλλά και άνθρωποι. Θαμπές εικόνες ... αλλά και αληθινές ιστορίες.
Τελικά η μεγαλύτερη απόδειξη ότι το σύμπαν διαστέλλεται είναι ότι απομακρυνόμαστε συνεχώς ο ένας από τον άλλο. Σαν κουκκίδες ζωγραφισμένες με στυλό σε ένα μπαλόνι που φουσκώνει και φουσκώνει και φουσκώνει και ....
Αν σ' αγαπούν να μάθουν να το λένε κι αν δε στο πουν να μάθεις να το κλέβεις κι αν θες να δεις τ' αληθινά να καίνε πρέπει στο ύψος της φωτιάς ν' ανέβεις.
Και σε λυπούνται που δεν το 'χεις νιώσει κι εσύ λυπάσαι που το ξέρεις πρώτος και που κανείς δεν είχε λάβει γνώση πως η σιωπή σου ήταν χρόνια κρότος.
Δικαίωμά μου να ποντάρω λίγα Δικαίωμά μου να πηγαίνω πάσο κι εκεί που λένε πως ποτέ δεν πήγα εγώ δεν πρόλαβα να το ξεχάσω Κι όποιος ρωτήσει γιατί πάντα φεύγω μ' αυτό τον τόνο του λευκού στο βλέμμα του λέω μια φράση σαν να υπεκφεύγω με μια ελπίδα να 'ναι σαν κι εμένα...
Τίποτα σημαντικό... Ζω μονάχα εν λευκώ....
Αποφάσισα μετά από λίγο καιρό που ακούω την συγκεκριμένη δουλειά να γράψω μια ανάρτηση για τη Νατάσσα. Γιατί με αυτή τη δουλειά έχει ήδη κλείσει θέση για το βάθρο με τους "δικούς" μου, τον Μίλτο, το Φοίβο, το Θάνο... Ήδη έχω αδικήσει τους άλλους δύο συντελεστές του καταπληκτικού αυτού δίσκου τον συνθέτη Θέμη Καραμουρατίδη και τον στιχουργό Γεράσιμο Ευαγγελάτο. Αλλά πιστεύω ότι δεν θα στεναχωρηθούν όπως δεν στεναχωριέται κανένας γλύπτης όταν το κοινό θαυμάζει το άγαλμα και όχι το γλύπτη ή το μάρμαρο. Έτσι λοιπόν το συναίσθημα εστιάζει στη ερμηνεύτρια Νατάσσα Μποφίλιου. Δεν θα μπω στη διαδικασία να αναφέρω βιογραφικά στοιχεία. Γιατί έχω και αυτή την "πετριά". Θεωρώ ότι όσο περισσότερο γνωρίζεις τον άνθρωπο τόσο περισσότερο χάνεις τη μαγεία του καλλιτέχνη. Όσοι ενδιαφέρεστε θα βρείτε περισσότερα εδώ. Θα πω μόνο για τη δική μου "εμπειρία" μαζί της. Την γνώρισα ακριβώς έτσι όπως θα πρέπει να μας συστήνεται πάντα η μουσική. Από το ραδιόφωνο. Χωρίς να έχω ακούσει τίποτα για αυτή. Χωρίς εικόνα. Χωρίς πρόλογο. Μια γλυκιά και διακριτική εισαγωγή. Μια σωστή και ευαίσθητη φωνή. Λόγια που από τις πρώτες φράσεις αναστατώνουν με την αλήθεια τους. Μια φωνή που στη συνέχεια ξεδιπλώνεται, δυναμώνει, γίνεται ατσάλινη και βελούδινη μαζί, μια χροιά που εξυψώνει το στίχο, μια ερμηνεία διατρητική και συνταρακτική που μπορεί και δημιουργεί ρήγματα στην πηκτή και ωμή "πραγματικότητα" που ζούμε. 'Εψαξα στο διαδίκτυο για το cd. Το κατέβασα (το ομολογώ, το συνηθίζω). Το άκουσα ασταμάτητα για μια εβδομάδα. Το έμαθα απέξω. "...Εν λευκώ, ...Παρέα,...Μέχρι το τέλος,...Αλεξάνδρας,...Σε 'χω βρει και σε χάνω" Δεν άντεξα, πήγα στο δισκοπωλείο, το ζήτησα με κρυφή περηφάνια, το πήρα σπίτι, το χάζεψα, χάζεψα το βιβλιαράκι, το έβαλα στο cd και αφέθηκα...
"Και να κάνεις τη στιγμή συνηθισμένη το αντίο, πάντα αντίο θα σημαίνει..."
Και φυσικά δεν μπορούσα να μη σας μιλήσω για αυτή.
Σκοτάδι. Βρίσκεσαι στο πάτωμα. Σταυροπόδι. Δεν ξέρεις που είσαι. Σηκώνεσαι σιγά σιγά και στα ψαχτά βρίσκεις έναν κρύο τοίχο. Είσαι σε κάποιο δωμάτιο λοιπόν. Ακολουθείς ψηλαφιστά τον τοίχο ψάχνοντας για κάποιο άνοιγμα, για κάποια πόρτα. Ψάχνεις αργά, προσεκτικά στην αρχή, μετά με άγχος, στο τέλος με πανικό. Είναι σκοτεινά, παραπατάς και πέφτεις. Ξανασηκώνεσαι.
Συνεχίζεις. Τα χέρια σου γεμίζουν ασβέστη και αρχίζουν να χάνουν την αίσθηση της αφής. Κι όπως προχωράς πέφτεις πάνω στον κάθετο τοίχο. Το χτύπημα δυνατό , δεν το περίμενες, σε ρίχνει κάτω σαν μετωπική. Αλλά συνεχίζεις. Ίσως τώρα σε αυτόν τον τοίχο να είναι η πόρτα. Και ψάχνεις πάλι στα τυφλά, με μια νέα κρυφή ελπίδα αυτή τη φορά. Αλλά δεν αργείς να ξαναβρείς γωνία...
Θες να τα παρατήσεις. Βρίσκεις όμως τη δύναμη. Σκέφτεσαι "λογικά" : " αφού δεν ήταν στις δύο προηγούμενες πλευρές η πόρτα σίγουρα θα είναι εδώ. Τώρα είμαι στη σωστή πλευρά, τώρα ψάχνω σωστά."... Θα σε στεναχωρήσω. Όσο κι αν θέλεις αυτή τη δίοδο διαφυγής δε θα τη βρεις ούτε εδώ. Είσαι εγκλωβισμένος.
Γυρίζεις πίσω, πηδάς πάνω- κάτω, χτυπάς γροθιές στον τοίχο, φωνάζεις, κλαις αλλά μάταια. Ξαναγυρίζεις στην αρχή. Κάθεσαι σταυροπόδι στο πάτωμα. Δε θες να μιλήσεις άλλο. Πεισμώνεις. Με τον εγκλωβισμό. Με την αδιαφορία. Με την εγκατάλειψη. Και λςες πως ίσως δε θες να φύγεις τελικά από εκεί μέσα. Αφού σε ξέχασαν όλοι, δεν θες κι εσύ να νοιάζεσαι γι' αυτούς. Δεν τους έχεις ανάγκη... Μα πάλι κάτι μέσα σου σε κλωτσάει. Ιδρώνεις και σκέφτεσαι μήπως δεν έψαξες αρκετά. Όλοι σου οι μυς και τα νεύρα χτυπάνε σαν τρελά. Παίρνεις φόρα και πέφτεις πάνω στους τοίχους για να τους γκρεμίσεις. Μα τίποτα. Ούτε έτσι. Αρχίζεις να πιστεύεις ότι δε θα τα καταφέρεις...
Πολύ θα πίστευαν ότι σε ενοχλεί τόσο αυτό το σκοτάδι. Ίσως να το πίστεψες λίγο και εσύ. Μέχρι που ξαφνικά το δωμάτιο γεμίζει φως! Και τα βλέπεις όλα καθαρά. Αλλά το όλα είσαι μόνο εσύ και οι τοίχοι. Τα γδαρμένα χέρια σου, τα ματωμένα σου γόνατα, τα σκισμένα σου ρούχα... Ο ιδρώτας που άφησες πάνω στους άψυχους τοίχους. Οι τοίχοι κι η μοναξιά σου.
Έξοδος πουθενά. Όργωσες με τα μάτια κάθε πιθαμή, κάθε τοίχο, κάθε χιλιοστό του πατώματος και δεν βρήκες τίποτα. Καμιά διαφυγή. Έστρεψες το βλέμμα προς τα πάνω. Ζήτησες από εκεί βοήθεια. 'Εψαξες την πηγή του φωτός. Αλλά κι από εκεί τίποτα. Μόνο ένα πάνλευκο φως. Εκτυφλωτικό αλλά παγωμένο. Νοσταλγείς για λίγο το σκοτάδι τώρα. Η φαντασία σου έστηνε σχέδια αλλόκοτα στο μαύρο του πανί. Σου χάριζε (μια ψεύτικη αλλά αναζωογονητική) ελπίδα. Το φως αποκαθήλωσε τα πάντα. Ξέρεις πια καλά που είσαι. Βλέπεις κάθε σημείο. Κι αυτό σε κάνει μόνο, ακόμα πιο μόνο.
Είσαι πάλι σταυροπόδι στο κέντρο του δωματίου. Του ολόλευκου δωματίου. Το μυαλό σου δουλεύει με χίλιες στροφές το δευτερόλεπτο, αλλά καταλαβαίνεις οι σκέψεις του δεν είναι ευθείες γραμμές, μόνο κύκλοι γύρω από το τίποτα σου, σε ένα μυστηριακό δερβίσικο στροβιλισμό. Το σώμα σου αδρανές. Το πνεύμα σου αδρανές. Δεν έχει παραπέρα. Δεν έχει παρακάτω. Αλλά δεν έχει ούτε εδώ. Τί ακολουθεί το τίποτα;
Υ.γ. Καλοί μου φίλοι με συγχωρείτε. Δε θέλω να σας μαυρίζω την μέρα. Ούτε να σας κάνω να ανησυχείτε ή να εκβιάσω την ζεστασιά σας. Αλλά μη ξεχνάτε ότι το blog δεν παύει να είναι ένα ημερολόγιο. Δικτυακό έστω, εξελιγμένο έστω αλλά ημερολόγιο. Και στο ημερολόγιο καμιά φορά γράφεις και τις πιο μαύρες σκέψεις. Αυτές που δε θες να μοιραστείς με κανένα. Και δεν πρέπει να αφήσουμε, αυτή η υπέροχη παρέα που έχει χτιστεί γύρω από τα blog να μας λογοκρίνει και να τους στερήσει αυτόν τον πρωταρχικό τους ρόλο. Της αποφόρτισής μας. Είναι τελικά και το ημερολόγιο μια μορφή τέχνης. Καθημερινής ίσως, προσωπικής σίγουρα αλλά και λυτρωτικά λειτουργικής. Οι μαύρες σκέψεις δεν κρύβουν πάντα μαύρες μέρες ή λευκά δωμάτια. Αλλά μπορούν να γίνονται αναπόδραστες καλλιτεχνικές αφορμές. Και αν η τέχνη καμιά φορά μιμείται την ζωή μην ξεχνάτε ότι η ζωή έχει εφεύρει την τέχνη για να μπορεί να αποκοιμίζει γλυκά τους "δράκους" που την στοιχειώνουν...
ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑΣ. ΓΙΑ ΟΛΑ ΕΚΕΙΝΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΑΜΕ, ΓΙΑ ΟΛΑ ΕΚΕΙΝΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΕΧΟΜΑΣΤΕ. ΑΦΟΥ ΠΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ ΔΕΝ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΕΙΝΑΙ ΣΙΓΟΥΡΑ Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ. ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΤΑΛΑΡΑΣ. ΑΔΕΡΦΙΑ ΜΟΥ Ο ΔΕΛΗΒΟΡΙΑΣ ΚΙ Ο ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ. ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥΣ, ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΤΟΥΣ, ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΤΟΥΣ ΤΑ ΟΠΛΑ ΜΟΥ. ΚΑΗΜΟΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ. ΘΑ ΜΑΘΩ ΝΑ ΑΝΤΕΧΩ ΑΦΟΥ ΔΕΝ ΘΑ ΜΑΘΩ ΝΑ ΑΛΛΑΖΩ. ΘΑ ΜΑΘΩ ΝΑ ΜΙΛΑΩ ΑΦΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΣΙΩΠΗΣΩ. ΘΑ ΜΑΘΩ ΝΑ ΑΓΑΠΑΩ.